22 | 07 | 2019

ΠΤΩΧΕΥΣΗ ΕΡΓΟΔΟΤΗ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ


Τόσο η θεωρία του εργατικού δικαίου όσο και η νομολογία των δικαστηρίων, δέχονται αταλάντευτα ότι η πτώχευση του εργοδότη δεν επάγεται αυτοδικαίως την λύση των ατομικών εργασιακών συμβάσεων των εργαζομένων του, εφόσον αυτές είχαν διατηρηθεί μέχρι την κήρυξη της πτώχευσης.

Αυτό σημαίνει ότι οι συμβάσεις αυτές εξακολουθούν να ισχύουν, μέχρις ότου λυθούν για κάποιον από τους νόμιμους λόγους που προβλέπει το εργατικό δίκαιο. Γι αυτό, στο μέτρο που μετά την πτώχευση του εργοδότη οι υπηρεσίες των μέχρι της στιγμής εκείνης εν ενεργεία εργαζομένων του δεν γίνονται πλέον αποδεκτές (προσφερόμενες βεβαίως προσηκόντως προς αυτόν) από το σύνδικο, οφείλονται σε αυτούς μισθοί υπερημερίας, διότι η πτώχευση δε συνιστά γεγονός ανωτέρας βίας, το οποίο να απαλλάσσει, κατά το άρθρο 656 Αστικού Κώδικα, τον υπερήμερο, λόγω της πτώχευσης, ως προς την αποδοχή της προσφερόμενης εργασίας εργοδότη, από την υποχρέωση καταβολής των αποδοχών των εργαζομένων (Α.Π. 1041/97-255/91-1395/85-Εφ. Πειρ. 56/94-Εφ. Θεσ/νίκης 650/91-Εφ. Αθ. 557/86-1412/86).

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι για να λυθούν οι ατομικές συμβάσεις εργασίας μετά την κήρυξη της πτώχευσης του εργοδότη και να παύσει κατά συνέπεια η υπερημερία της επιχείρησης, θα πρέπει ο σύνδικος της πτώχευσης να καταγγείλει τις συμβάσεις αυτές, τηρώντας τις διατυπώσεις του άρθρου 5 παρ. 3 του Ν. 3198/55, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 παρ. 4 του Ν. 2556/97. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να τηρηθεί ο έγγραφος τύπος και ότι οφείλεται, εν όψει και της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 2112/20, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 12 παρ. 1 του Ν. 3252/55, πλήρης αποζημίωση (Α.Π. 1510/97). Παρ’ όλο που ο νόμος επιβάλλει την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης ως αναγκαία προϋπόθεση για το κύρος της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης, εν τούτοις, γίνεται δεκτό κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη, ότι η μετά την κήρυξη της πτώχευσης καταγγελία αυτής από τον σύνδικο, λόγω της εκ της διακοπής των εργασιών της επιχείρησης αδυναμίας αυτού να αποδεχτεί την εργασία του μισθωτού είναι έγκυρη έστω και αν δεν συνοδεύεται από την ταυτόχρονη καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης (Ολομ. Α.Π. 35/88-Α.Π. 408/91-1041/97-Μον. Πρωτ. Αθ. 2859/94). Αν όμως η καταγγελία της σύμβασης εργασίας έγινε από το σύνδικο της πτώχευσης όχι ως άμεσο επακόλουθο της διακοπής των εργασιών της επιχείρησης που προκάλεσε η πτώχευση και της εξ’ αυτής αδυναμία του σύνδικου να αποδεχτεί την εργασία του μισθωτού, αλλά αφού προηγουμένως, αποδέχθηκε τις υπηρεσίες του μισθωτού, συνεχίζοντας την επιχειρηματική δραστηριότητα του πτωχού κατά τις σχετικές διατάξεις, τότε για το έγκυρο της καταγγελίας, απαιτείται η άμεσος καταβολή της αποζημίωσης.

Σύμφωνα με το άρθρο 31 του Ν. 1545/85 (ΦΕΚ91/Α/85) στην τρίτη τάξη των προνομίων του άρθρου 975 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας κατατάσσονται οι απαιτήσεις που έχουν σαν βάση τους την παροχή εξαρτημένης εργασίας εφόσον προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού ή της κήρυξης της πτώχευσης. Στην ίδια τάξη κατατάσσονται και οι αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας της σχέσης εργασίας ανεξάρτητα από τον χρόνο που προέκυψαν. Η διαίρεση δε του εκπλειστηριάσματος σε ποσοστά, κατά το άρθρο 977 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας γίνεται μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων της τάξης αυτής (Α.Π. 112/98).

Με το άρθρο 16 του Ν. 1836/89 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 44 του Ν. 2648/98 συστάθηκε στον ΟΑΕΔ αυτοτελής λογαριασμός με τον τίτλο ΄΄Λογαριασμός προστασίας εργαζομένων από την αφερεγγυότητα του εργοδότη΄΄ με αποκλειστικό σκοπό την άμεση ικανοποίηση ανεξόφλητων απαιτήσεων εργαζομένων λόγω αφερεγγυότητας του εργοδότη.

Αφερέγγυος εργοδότης είναι: α) Το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που περιέρχεται σε κατάσταση παύσεως ή αναστολής των πληρωμών του και κηρύσσεται σε πτώχευση με απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου.

Αν η επιχείρηση αυτού του εργοδότη συνεχίζει να λειτουργεί παρά την κήρυξη σε πτώχευση, τότε ο εργοδότης δεν θεωρείται αφερέγγυος. β)…………

Προς εκτέλεση των παραπάνω διατάξεων εκδόθηκε το ΠΔ 1/1990 όπως τροποποιήθηκε με το Π.Δ. 151/99, σύμφωνα με το οποίο σκοπός του ΄΄Λογαριασμού….΄΄ είναι η πληρωμή των τυχόν ανεξόφλητων αποδοχών χρονικής περιόδου μέχρι τριών (3) μηνών, οι οποίες προέρχονται από σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας και εμπίπτουν στο χρονικό διάστημα έξι (6) μηνών που προηγείται της υποβολής της αίτησης ή της δήλωσης για κήρυξη της πτώχευσης, εφόσον εκδοθεί απόφαση που κηρύσσει τον εργοδότη σε πτώχευση. Νόμιμες αποδοχές θεωρούνται κατά την παρ. 3 του άρθρου 5 του ΠΔ 1/90 αυτές που καθορίζονται από τις οικείες ΣΣΕ.

Το δικαίωμα για πληρωμή ανεξόφλητων αποδοχών από το ΄΄Λογαριασμό……..΄΄ ασκείται με έγγραφη αίτηση του εργαζόμενου προς την αρμόδια Υπηρεσία του ΟΑΕΔ. Με την πληρωμή των ανεξόφλητων αποδοχών ο ΟΑΕΔ υποκαθίσταται αυτοδικαίως στα αντίστοιχα δικαιώματα των εργαζομένων.


(andreasm)

Σχετικά άρθρα
Σύνδεση Χρήστη

Για πλήρη πρόσβαση συνδεθείτε με τους παρακάτω κωδικούς. Όνομα Χρήστη : demo PSW : demo16