21 | 07 | 2019

Π.Δ. 499/85

Τροποποίηση ορισμένων διατάξεων του κανονισμού παροχών του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Ηλεκτροτεχνιτών  Ελλάδος (ΤΕΑΗΕ).- (Α' 178).

 

Έχοντας υπόψη:........

κ.λ.π.

 


¶ρθρο 1

 

Το άρθρο 1, αντικαθίσταται ως εξής:

1. Το ΤΕΑΗΕ, που για συντομία θα λέγεται στο παρόν "Ταμείο", χορηγεί περιοδικές μηνιαίες παροχές (τύπου συντάξεως) συνολικά 14 κάθε χρόνο (12 μηνιαίες συντάξεις πλέον δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδόματος αδείας), στις περιπτώσεις:

α) Γήρατος του ή της ασφαλισμένης
β) Αναπηρίας του ή της ασφαλισμένης
γ) Θανάτου του ή της ασφαλισμένης και του ή της συνταξιούχου

2. Προϋποθέσεις για την απόκτηση δικαιώματος συντάξεως γήρατος είναι αθροιστικά:

α) Η πραγματοποίηση στην ασφάλιση του Ταμείου 2.500 τουλάχιστον ημερών εργασίας. Ο αριθμός αυτός αυξάνεται προοδευτικά από 1.1.86 με την προσθήκη 175 ημερομισθίων κάθε χρόνο μέχρι τη διαμόρφωση ελαχίστου αριθμού 4.050 ημερομισθίων.
β) Η καταβολή ή βεβαίωση των αντιστοίχων εισφορών.
γ) Η συμπλήρωση του 60ού έτους της ηλικίας.

3. Ο ασφαλισμένος (ασφαλισμένη) αποκτά δικαίωμα συνταξιοδότησης γήραρος και πριν από τη συμπλήρωση του πιο πάνω ορίου ηλικίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των εδαφ. α' και β' της προηγουμένης παρ. 2, έχει συμπληρώσει το 55ο έτος της ηλικία του και έχει πραγματοποιήσει τουλάχιστον 500 ημέρες εργασίας στην ασφάλιση του Ταμείου κατά την τελευταία πενταετία πριν τη συνταξιοδότηση.
Στην περίπτωση αυτή, η σύνταξη μειώνεται κατά 1/200 για κάθε μήνα που λείπει από την ηλικία του ασφαλισμένου (ασφαλισμένης) μέχρι τη συμπλήρωση του 60ού έτους.
4. Ο ασφαλισμένος (ασφαλισμένη) αποκτά δικαίωμα πρόωρης συνταξιοδότησης γήρατος κατ' εξαίρεση και πριν από τη συμπλήρωση του 55ου έτους της ηλικίας του εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις (α) και (β) της παρ. 2 έχει τύχει συνταξιοδότησης γήρατος από τον κύριο φορέα ασφάλισης και έχει εκτελέσει τουλάχιστον 500 ημερομίσθια εργασίας στην ασφάλιση του Ταμείου κατά την τελευταία προ της συνταξιοδότησης πενταετία.
Στην περίπτωση αυτή, η σύνταξη μειώνεται

αα) κατά 1/300 για κάθε μήνα που λείπει από την ηλικία του ασφαλισμένου (ασφαλισμένης) μέχρι συμπληρώσεως του 55ου έτους ηλικίας και

ββ) κατά 60/200 για το διάστημα ηλικίας από του 55ου μέχρι του 60ου έτους.

Κατά τον υπολογισμό του ποσού της σύνταξης, στις παραπάνω περιπτώσεις πρόωρης συνταξιοδότησης δεν ισχύει το προβλεπόμενο κατώτατο όριο σύνταξης.
Σε περίπτωση όμως θανάτου του συνταξιοδοτηθέντος πρόωρα λόγω γήρατος, αποδίδεται στους δικαιούχους του το προβλεπόμενο κατώτερο όριο σύνταξης λόγω θανάτου, εφόσον το ποσοστό συντάξεώς τους ως δικαιοδόχων, δεν είναι μεγαλύτερο.
5.

α) Προϋπόθεση για την απόκτηση δικαιώματος σύνταξης λόγω αναπηρίας είναι η πραγματοποίηση 2.500 ημερών εργασίας στην ασφάλιση του Ταμείου οποτεδήποτε ή 1.000 ημερών εργασίας μέσα στα 12 χρόνια τα αμέσως προηγούμενα από εκείνο της αναπηρίας ή 1.500 ημερών εργασίας οποτεδήποτε, από τις οποίες 300 μέσα στα 5 έτη τα αμέσως προηγούμενα από εκείνο της αναπηρίας και η καταβολή ή βεβαίωση των αντιστοίχων εισφορών. Από 1.1.1896 τα 2.500 ημ/σθια προσαυξάνονται κατά 175 ημ/σθια κάθε χρόνο μέχρι τη διαμόρφωση 4.050 ημερομισθίων, τα δε 1.000 ημ/σθια προσαυξάνονται με 100 ημερ/σθια κάθε χρόνο μέχρι τη διαμόρφωση 1.500 ημ/σθίων. 
Εφόσον ο ασφαλισμένος (ασφαλισμένη) δεν συγκεντρώνει τις χρονικές προϋποθέσεις του προηγούμενου εδαφίου, δικαιούται σύνταξης εάν πραγματοποίησε στην ασφάλιση 300 ημέρες εργασίας και δεν έχει υπερβεί το 21ο έτος της ηλικίας του. Το κατώτατο αυτό όριο των 300 ημερών εργασίας ανά 100 ημέρες εργασίας κατά μέσο όρο για κάθε έτος μετά τη συμπλήρωση του 21ου έτους της ηλικίας και μέχρι τη συμπλήρωση 1.500 ημερών εργασίας.
Αν η αναπηρία ή ο θάνατος οφείλεται σε βίαιο συμβάν κατά την εκτέλεση εργασίας ασφαλιστέας στο Ταμείο ή απ' αφορμή αυτής (εργατικό ατύχημα) ή σε επαγγελματική ασθένεια του ασφαλισμένου, το δικαίωμα σύνταξης αποκτάται ανεξάρτητα από τον αριθμό ημερών εργασίας στην ασφάλιση που πραγματοποιήθηκαν ή βεβαιώθηκαν.
β) 'Αν ο ασφαλισμένος, έχει τις χρονικές προϋποθέσεις που αναφέρονται στην προηγούμενη περίπτωση και έχει συνταξιοδοτηθεί λόγω αναπηρίας από τον φορέα κύριας ασφάλισης με γνωμάτευση της αρμόδιας Υγειονομικής Επιτροπής, δικαιούται συντάξεως αναπηρίας και από το Ταμείο, χωρίς να απαιτείται νέα διαπίστωση της αναπηρίας αυτής.
Εφόσον πληρούνται οι ανωτέρω προϋποθέσεις, το Ταμείο απονέμει την σύνταξη γιο το χρόνο που ορίζεται στην συνταξιοδοτική απόφαση του φορέα κύριας ασφάλισης, η δε καταβολή της σύνταξης παρατείνεται για όσο χρόνο παρατείνεται η συνταξιοδότηση από τον κύριο φορέα".

γ) Μετά τη διακοπή της συνταξιοδότησης αναπηρίας λόγω λήξεως του χρόνου διαρκείας της ή ανακτήσεως της ικανότητας για εργασία, ο ασφαλισμένος (ασφαλισμένη) εφόσον απασχολείται σε ασφαλιστέα εργασία, συνεχίζει την ασφάλισή του αλλά τα χρονικά διαστήματα της συνταξιοδοτήσεώς του λόγω αναπηρίας δεν αποτελούν χρόνο ασφάλισης.

6. Σε περίπτωση θανάτου ασφαλισμένου (ασφαλισμένης), που πληροί τις προϋποθέσεις της προηγούμενης παρ. 4, εδάφ. α' ή συνταξιούχου του Ταμείου λόγω γήρατος ή αναπηρίας, δικαιούνται σύνταξις τα μέλη της οικεγένειάς του, όπως καθορίζονται στο άρθρ. 3 του παρόντος Κανονισμού.
7. Το δικαίωμα σύνταξης γεννιέται έτσι σε κάθε περίπτωση μετά την οριστική αποχώρηση από το ασφαλιζόμενο επάγγελμα ή τη διακοπή της ασκήσεώς του, ασκείται δε με την υποβολή αίτησης στο Ταμείο.
8. Η σύνταξη διακόπτεται εάν διαπιστωθεί ότι ο (η) συνταξιούχος λόγω γήρατος ή αναπηρίας εκτελεί ασφαλιστέα εργασία είτε ως μισθωτής είτε αυτοτελώς, οι δε συντάξεις που καταβλήθηκαν κατά το χρόνο άσκησης του επαγγέλματος επιστρέφονται στο Ταμείο με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την ημέρα της εισπράξεώς τους.
9. Ο (η) συνταξιούχος λόγω γήρατος που επιθυμεί να επανέλθει στην άσκηση του ασφαλιστέου επαγγέλματος υποχρεούται να υποβάλλει στο Ταμείο σχετική δήλωση, περί επαναλήψεως ασφαλιστέου επαγγέλματος. Στην περίπτωση αυτή η καταβολή της σύνταξης αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η απασχόληση του συνταξιούχου και επαναχορηγείται από την πρώτη του μήνα του επόμενου της νέας διακοπής της εργασίας. Ημέρες εργασίας στην ασφάλιση του Ταμείου που πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια της αναστολής της σύνταξης και επανάληψης ασφαλιστέας εργασίας, προσμετρώνται στο χρόνο ασφάλισης και συνυπολογίζονται για τον επανακαθορισμό για τον επανακαθορισμό του ποσού της σύνταξης εφόσον είναι τουλάχιστον 500.
10.

α. Ο ασφαλισμένος (ασφαλισμένη) μισθωτός της "Ολυμπιακής Αεροπορίας Α.Ε." και της "Ολυμπιακής Αεροπλοϊας" που υπάγεται στις διατάξεις των άρθρ. 6-10 του Νόμ. 1759/1988 δικαιούται σύνταξης από το Ταμείο με τις προϋποθέσεις των παρ. 1, 2 και 3 του άρθρ. 6 του Νόμ. 1759/1988.
β. Οι ασφαλισμένοι της παραγράφου αυτής δικαιούνται μειωμένη σύνταξη με τις προϋποθέσεις της παρ. 4 του άρθρ. 6 του Νόμ. 1759/1988.
γ. Οι ασφαλισμένοι της παραγράφου αυτής δικαιούνται σύνταξη και κατά τις διατάξεις των άρθρ. 7 και 8 του Νόμ. 1759/1988 και του Καταστατικού του Ταμείου.

 

¶ρθρο 2

Το άρθρο 2, αντικαθίσταται ως εξής:

 

"¶ρθρο 2
Συντάξεις αναπηρίας


1. Ο ασφαλισμένος (η ασφαλισμένη) θεωρείται ανάπηρος, εάν λόγω πάθησης ή βλάβης ή εξασθένισης σωματικής ή πνευματικής εξαμήνου τουλάχιστον διαρκείας, σύμφωνα με ιατρική πρόβλεψη και μετά τη λήξη της καταβολής επιδόματος ασθενείας από το Ιδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων ή άλλο Φορέα Κύριας Ασφάλισης, δεν μπορεί να κερδίζει για εργασία που ανταποκρίνεται στις δυνάμεις, τις δεξιότητες, τη μόρφωση και τη συνήθη αυτού επαγγελματική απασχόληση πλέον του τρίτου που κερδίζει συνήθως στην ίδια περιφέρεια και επαγγελματική κατηγορία σωματικά και πνευματικά υγιής άνθρωπος της ίδιας μόρφωσης.
2. Η ύπαρξη της πιο πάνω αναπηρίας, βεβαιούται με γνωμοδότηση των κατά τόπους Υγειονομικών Επιτροπών του ΙΚΑ ή άλλου Φορέα Κύριας Ασφάλισης, εφαρμοζομένων ανάλογα των οικείων διατάξεων της Νομοθεσίας του ΙΚΑ ή άλλου φορέα Κύριας Ασφάλισης, ως προς τη διαδικασία που θα ακολουθηθεί, τις προθεσμίες και διαδικασία ασκήσεως ενδίκων μέσων.
3. Εάν ο ασφαλισμένος έγινε ανάπηρος από πρόθεση ή λόγω πλημμελήματος, ή κακουργήματος που διαπράχθηκε από αυτόν, αποδεικνύεται δε η ενοχή του με τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις, δεν δικαούται σύνταξης αναπηρίας, εάν όμως υπάρχουν πρόσωπα από τα αναφερόμενα στο άρθρ. 3 του παρόντος Κανονισμού αυτά δικαιούνται σύνταξης την οποία θα εδικαιούντο σε περίπτωση θανάτου του ασφαλισμένου.
4. Εάν ο ασφαλισμένος μπορεί να κερδίζει με τις προϋποθέσεις και όρους που ορίζονται στην παρ. 1 του παρόντος άρθρου, πλέον μεν του τρίτου όχι όμως και των 2/3 εκείνου που κερδίζει σωματικά και πνευματικά υγιής άνθρωπος, δικαιούται, εφόσον συμπληρώσει και τον απαιτούμενο αριθμό ημερών εργασίας ή ανεξάρτητα αριθμού εργασίας σε περίπτωση βιαίου συμβάντος, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρ. 1 ειδικού επιδόματος αναπροσαρμογής ίσου με το ποσό της σύνταξης λόγω αναπηρίας την οποία θα εδικαιούτο. Το επίδομα αυτό καταβάλλεται αδιάφορα της άσκησης από τον επιδοματούχο οποιασδήποτε εξαρτημένης ή αυτοτελούς απασχόλησης και για μια διετία το πολύ.

Το επίδομα αυτό εξακολουθεί να καταβάλλεται και πέραν της διετίας, με τις προϋποθέσεις που καταβάλλεται κάθε φορά και από το ΙΚΑ ή άλλο Φορέα Κύριας Ασφάλισης.

5. Προκειμένου περί συνταξιούχων λόγω αναπηρίας κατά την έννοια των διατάξεων της παρ. 1, του παρόντος άρθρου δεν υπόκεινται σε περαιτέρω εξέταση:

α) Όσοι (όσες) συμπλήρωσαν το 55ο έτος της ηλικίας τους, εφόσον συνταξιοδοτούνται επί επτά έτη συνεχώς και έχουν υποβληθεί σε τρεις τουλάχιστον εξετάσεις από υγειονομική επιτροπή κατά τη διάρκεια της συνταξιοδοτήσεώς τους αυτής.
β) Όσοι (όσες) συμπλήρωσαν το 60ό έτος της ηλικίας τους εφόσον συνταξιοδοτούνται επί πενταετία συνεχώς και έχουν υποβληθεί σε δύο τουλάχιστον εξετάσεις από υγειονομική επιτροπή κατά τη διάρκεια της συνταξιοδοτήσεώς τους αυτής.
γ) Οι συνταξιοδοτούμενοι συνεχώς επί 12ετία ανεξάρτητα ορίου ηλικίας.
δ) Οι συνταξιοδοτούμενοι επί 20ετία συνεχώς ή διακεκομένως πάντως, από τριετίας συνεχώς, ανεξάρτητα ορίου ηλικίας".

 

¶ρθρο 3


Το άρθρο 5, αντικαθίσταται ως εξής :


"
¶ρθρο 5
Οικογενειακά επιδόματα


Στην απονεμομένη από το Ταμείο μηνιαία σύνταξη, προστίθεται μηνιαίο επίδομα οικογενειακών βαρών που ορίζεται σε ποσοστό 10% για τον ή την σύζυγο και 5% για κάθε τέκνο και μέχρι 3 το πολύ και που υπολογίζεται στο μέσο όρο των συντάξεων του προηγούμενου έτους. Σαν μέσος όρος της σύνταξης θα νοείται το πηλίκο της διαίρεσης του συνολικού ποσού των μηνιαίων συντάξεων του προηγουμένου έτους εξαιρουμένου των Δώρων, επιδόματος αδείας και εκτάκτων οικονομικών ενισχύσεων διά του αριθμού των συνταξιούχων του τελευταίου μηνός. Προκειμένου περί τέκνων το εν λόγω επίδομα παρέχεται μέχρι τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας τους"
 

 

¶ρθρο 4


Η παρ. 1 του άρθρου 9, αντικαθίσταται ως εξής:

"1. Η σύνταξη καταβάλλεται στην αρχή κάθε μήνα. Με απόφαση του Δ.Σ., επιτρέπεται να ορίζεται προγενέστερος χρόνος καταβολής των συντάξεων, εφόσον αυτό κρίνεται αναγκαίο για την έγκαιρη πληρωμή τους και πάντως όχι νωρίτερα από την 25η του προηγούμενου μήνα".

 

¶ρθρο 5


Το άρθρο 11 καταργείται, αναριθμουμένων των λοιπών άρθρων αναλόγως.

 

 

¶ρθρο 6


Η παρ. 1, του άρθρ. 12 ως αναριθμείται με το προηγούμενο άρθρο, αντικαθίσταται ως εξής:

"1. Οι ασφαλισμένοι που διακόπτουν την άσκηση του επαγγέλματος, λόγω ανικανότητας για εργασία ή λόγω γήρατος, εφόσον έχουν συμπληρώσει το 60ό έτος της ηλικίας τους, καθώς και οι δικαιούχοι τους σε περίπτωση θανάτου του άμεσα ασφαλισμένου (ασφαλισμένης) εφόσον δε θεμελιώνεται συνταξιοδοτικό δικαίωμα, διατηρούν το δικαίωμα ανάληψης των αντιστοίχων ατομικών εισφορών που καταβλήθηκαν".

 

¶ρθρο 7


Το άρθρο 13, όπως αναριθμείται με το άρθρο 5 του παρόντος, αντικαθίσταται ως εξής:

"¶ρθρο 13
Παραγραφή.

 

1. Το δικαίωμα σε σύνταξη ή επιστροφή εισφορών είναι απαράγραπτο.
2. Το Ταμείο ουδέποτε χορηγεί συντάξεις αναδρομικά για χρόνο μεγαλύτερο των 12 μηνών από τη χρονολογία κατά την οποία υποβλήθηκε στο ταμείο η αίτηση για απονομή σύνταξης.
3. Απαιτητές συντάξεις που δεν εισεπράχθηκαν μέσα σε μια τριετία από την ημέρα κατά την οποία έγιναν απαιτητές, παραγράφονται.
4. Οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα, για αναστολή και διακοπή των βραχυπρόθεσμων παραγραφών, εφαρμόζονται ανάλογα στο Ταμείο.
5. Η ηλικία των ασφαλισμένων και των μελών της οικογενείας τους αποδεικνύεται με το δελτίο της αστυνομικής τους ταυτότητας ή για τους αλλοδαπούς με το νόμιμα θεωρημένο διαβατήριό τους ή το δελτίο  ταυτότητας της αρμόδιας Ελληνικής Αστυνομικής Αρχής. Εάν δεν υπάρχει αστυνομική ταυτότητα, η ηλικία αποδεικνύεται με ληξιαρχική πράξη γέννησης που να έχει συνταθεί ή διορθωθεί μέσα σε 90 ημέρες από τη γέννηση ή με εγγραφή στα Μητρώα Αρρένων ή στα Δημοτολόγια. Σε περίπτωση πολλαπλής εγγραφής με διαφορετικό έτος γέννησης επικρατέστερη είναι η παλαιότερη εγγραφή, σε περίπτωση δε, διόρθωσης ή μεταβολής του έτους γέννησης στα Μητρώα Αρρένων ή στα Δημοτολόγια, ως έτος γέννησης θεωρείται εκείνο που έχει γραφεί πριν από τη διόρθωση ή μεταβολή. Εάν από τα παραπάνω στοιχεία δεν προκύπτει η ακριβής ημερομηνία γέννησης, θεωρείται ως ημερομηνία γέννησης η 1η Ιουλίου του έτους γέννησης".

 

 

¶ρθρο 8


Στο τελος της παρ. 1. του άρθρ. 14, όπως αναριθμείται με το άρθρο 5 του παρόντος, προστίθεται διάταξη ως εξής:

Η άσκηση ασφαλιστέου επαγγέλματος αποδεικνύεται αποκλειστικά με τα παρακάτω αποδεικτικά μέσα:

α) Για τους ασφαλισμένους (ασφαλισμένες) λόγω παροχής εξαρτημένης εργασίας από τις εγγραφές στο Ταμείο των αντίστοιχων καταβολών εισφορών. Σε περίπτωση αμφιβολίας το Ταμείο μπορεί να συμπληρώσει τα στοιχεία που κατέχει ζητώντας παράλληλα βεβαιώσεις των οικείων εργοδοτών, είτε δηλώσεις των ασφαλισμένων σύμφωνα με το Ν.Δ. 105/69 θεωρημένες από το πρωτοβάθμιο Κλαδικό Σωματείο των ηλεκτροτεχνιτών και αν δεν υπάρχει αυτό απο την ομοσπονδία Ηλεκτροτεχνιτών Ελλάδος, είτε ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκου δύο (2) τουλάχιστον ενηλίκων Ελλήνων πολιτών.
β. Για τους προαιρετικά ασφαλισμένους (ασφαλισμένες) λόγω αυτοτελούς άσκησης του επαγγέλματος του Ηλεκτρολόγου Εγκαταστάτη με πιστοποιητικό του οικείου σωματείου θεωρουμένου από την ομοσπονδία, στο οποίο θα βεβαιούται ότι ο ασφαλισμένος (ασφαλισμένη), είναι μέλος του σωματείου και ασκεί αυτοτελώς το επάγγελμα του Εγκαταστάτη - Ηλεκτρολόγου και επίσης ο χρόνος έναρξης και διακοπής της άσκησης του επαγγέλματος ή με πιστοποιητικό της αρμόδιας για την φορολογία του εισοδήματός του (της) Οικονομικής Εφορίας, με το οποίο θα βεβαιούται η διακοπή της άσκησης του ασφαλιστέου επαγγέλματος, εφόσον υπάρχει αδυναμία έκδοσης του προηγούμενου πιστοποιητικού από τα συνδικαλιστικά όργανα.
γ. Για τους προαιρετικά ασφαλισμένους (ασφαλισμένες) λόγω αυτοτελούς άσκησης του επαγγέλματος του ηλεκτροτεχνίτη με πιστοποιητικό της αρμόδιας για τη φορολογία του εισοδήματός τους Οικονομικής Εφορίας, με το οποίο θα βεβαιούται η διακοπή άσκησης του ασφαλιστέου επαγγέλματος.
δ. Για τους προαιρετικά ασφαλισμένους (ασφαλισμένες) λόγω της ιδιότητάς τους ως μέλη της Διοίκησης επαγγελματικής οργάνωσης των ηλεκτροτεχνιτών με βεβαίωση της ομοσπονδίας Ηλεκτροτεχνιτών Ελλάδος, που να βεβαιώνει την ιδιότητα του ενδιαφερόμενου ως μέλους της Διοίκησης τέτοιας οργάνωσης και τη διάρκεια της άσκησης συναφών καθηκόντων. Η βεβαίωση αυτή πρέπει να στηρίζεται, ως προς την εκλογή, στα υπογεγραμμένα από το δικαστικό αντιπρόσωπο πρακτικά εκλογής".

 

 

¶ρθρο 9


Οι παρ. 2, 3 και 4 του άρθρου 16, όπως τροποποιήθηκε με τη 47543/Σ.701/4.7.1962 απόφαση του Υπουργ. Εργασίας (ΦΕΚ 250/62 τ. Β') και αναριθμείται με το άρθρο 5 του παρόντος, καταργούνται.

 

 

¶ρθρο 10


Η παρ. 3, του άρθρου 17, όπως αναριθμείται με το άρθρο 5 του παρόντος, καταργείται.

 

¶ρθρο 11


Η ισχύς του Δ/τος αυτού, αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην εφημερίδα της κυβερνήσεως.

Σχετικά άρθρα
Σύνδεση Χρήστη

Για πλήρη πρόσβαση συνδεθείτε με τους παρακάτω κωδικούς. Όνομα Χρήστη : demo PSW : demo16