21 | 08 | 2019

ΝΟΜΟΣ 3660/2008

(ΦΕΚ 78/τ. Α/7.5.2008)


Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις για τους αποχωρούντες από την υπηρεσία δικαστικούς λειτουργούς και άλλες διατάξεις.

Αρθρο 1
θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος

1. Οι δικαστικοί λειτουργοί, οι οποίοι έχουν συμπληρώσει δώδεκα χρόνια πραγματικής δικαστικής υπηρεσίας και αποχωρούν μετά από αίτηση τους από την ενεργό υπηρεσία, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3630/2008 (ΦΕΚ 4 Α), αποκτούν δικαίωμα σύνταξης έστω και αν δεν έχουν συμπληρώσει το χρόνο υπηρεσίας που ορίζεται στο άρθρο 1 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων (π.δ. 169/2007 ΦΕΚ 210 Α).
2. Η πραγματική συντάξιμη υπηρεσία των ανωτέρω δικαστικών λειτουργών προσαυξάνεται, για όσους έχουν πραγματική δικαστική υπηρεσία από 12 έως 18 έτη κατά επτά (7) έτη, από 19 έως 25 κατά έξι (6) έτη και από 26 έως 32 κατά πέντε (5) έτη, τα οποία μειώνονται ανάλογα στην τελευταία περίπτωση, ώστε συνολικά να μην είναι περισσότερα από τριάντα τρία (33) έτη. Για τη χορήγηση της προσαύξησης, χρόνος δικαστικής υπηρεσίας μικρότερος των δώδεκα (12) μηνών λογίζεται ως πλήρες έτος, εάν είναι ίσος τουλάχιστον προς έξι (6) μήνες.
3. Σε όσους από τους παραπάνω δικαστικούς λειτουργούς απονεμηθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3630/2008, ο αμέσως επόμενος βαθμός, για τον υπολογισμό της σύνταξης τους λαμβάνεται υπόψη ο μηνιαίος βασικός μισθός του βαθμού αυτού.

 

Αρθρο 2
Δικαίωμα σύνταξης από το Ταμείο Νομικών

1. Οι δικαστικοί λειτουργοί που αναφέρονται στο προηγούμενο άρθρο έχουν δικαίωμα σύνταξης από το Ταμείο Νομικών ανεξάρτητα από το χρόνο ασφάλισης τους σε αυτό, εκτός αν διορισθούν δικηγόροι, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, οπότε δικαιούνται να συνεχίσουν την ασφάλιση τους στο Ταμείο στην Α τάξη των αμίσθων.
2. Η σύνταξη που παρέχεται σε όσους δεν συνεχίσουν την ασφάλιση τους στο Ταμείο Νομικών είναι ανάλογη με το χρόνο της ασφάλισης τους στο Ταμείο αυτό, προσαυξημένη κατά 10 έτη επιπλέον των όσων δικαιούται ο καθένας να αναγνωρίσει, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, με τον περιορισμό ότι ο συνολικός χρόνος ασφάλισης τους, πραγματικής και αναγνωριζομένης, δεν θα υπερβαίνει τα σαράντα χρόνια.
3. Οι δικαστικοί λειτουργοί που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου έχουν δικαίωμα εφάπαξ βοηθήματος από το Ταμείο Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων, καθώς και σύνταξης από το Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Δημοσίων Υπαλλήλων, εφόσον υπάγονται στην ασφάλιση του, ανεξάρτητα από το χρόνο ασφάλισης τους στα Ταμεία αυτά. Το εφάπαξ βοήθημα και η σύνταξη που δικαιούνται, είναι ανάλογα με το χρόνο ασφάλισης τους, πραγματικής και αναγνωριζομένης, στο αντίστοιχο Ταμείο, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, προσαυξημένο κατά 7 έτη για όσους έχουν χρόνο ασφάλισης από 12 έως και 18 έτη, κατά 6 έτη για όσους έχουν χρόνο ασφάλισης από 19 έως και 25 έτη και κατά 5 έτη για όσους έχουν χρόνο ασφάλισης 26 ετών και άνω, τα οποία μειώνονται ανάλογα στην τελευταία περίπτωση, ώστε συνολικά να μην είναι περισσότερα από τριάντα τρία (33) έτη.
4. Η εξαγορά του πρόσθετου χρόνου ασφάλισης, που ορίζεται με τις προηγούμενες παραγράφους, γίνεται με την καταβολή σε κάθε Ταμείο του συνόλου των εισφορών, όπως αυτές προσδιορίζονται στις σχετικές περί αναγνωρίσεως διατάξεις που αναλογούν στον προστιθέμενο χρόνο και με τον όρο της λήξης της ασφάλισης στα Ταμεία αυτά.
5. Το ποσό των παραπάνω εισφορών που οφείλεται στο Ταμείο Νομικών και στο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Δημοσίων Υπαλλήλων, εξοφλείται με παρακράτηση από κάθε Ταμείο του 1/4 των τακτικών ή εκτάκτων παροχών που θα τους χορηγεί τούτο, ενώ στο Ταμείο Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων συμψηφίζεται με κράτηση ολόκληρου του οφειλόμενου ποσού από το εφάπαξ βοήθημα που δικαιούται ο ασφαλισμένος στο Ταμείο αυτό.


 

Αρθρο 3
Αναγνώριση δικηγορικής προϋπηρεσίας

1. Στην παράγραφο 2 του άρθρου 12 του π.δ. 169/ 2007, προστίθεται περίπτωση ιη ως εξής:
«ιη) Η δικηγορική προϋπηρεσία μέχρι τριών (3) ετών των δικαστικών λειτουργών, παράλληλα με την ασφάλιση τους στο Ταμείο Νομικών, εφόσον έχουν υπερβεί το 55ο έτος της ηλικίας τους και έχουν συμπληρώσει εικοσαετή δικαστική υπηρεσία, ύστερα από καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών ασφαλισμένου από τους ίδιους. Για τη συμπλήρωση της τριετίας αυτής συμπεριλαμβάνεται και αφαιρείται ο τυχόν χρόνος προσόντος διορισμού, ο οποίος λογίζεται ως συντάξιμος, σύμφωνα με την περίπτωση γ της παραγράφου αυτής. Δικηγορική προϋπηρεσία μικρότερη των έξι μηνών, καθώς και προϋπηρεσία τους ως ασκούμενων δικηγόρων, δεν αναγνωρίζονται. Η αναγνώριση του ως άνω χρόνου προϋπηρεσίας γίνεται κατόπιν αιτήσεως του υπηρετούντος κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού δικαστικού λειτουργού, είτε κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του είτε μετά την έξοδο του από αυτή, με πράξη της αρμόδιας Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, η οποία εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 59 του Κώδικα αυτού, με βάση πιστοποιητικό του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου.
Με την πράξη αυτή, που υπόκειται στα ένδικα μέσα που προβλέπονται στο άρθρο 66 του Κώδικα αυτού, καθορίζεται και το ποσό των οφειλόμενων εισφορών, το οποίο μπορεί να εξοφληθεί με επιλογή του ενδιαφερομένου είτε εφάπαξ με έκπτωση 10% είτε σε δόσεις ισάριθμες με τους μήνες που αναγνωρίζονται και παρακρατούνται από τις αποδοχές ή από τη σύνταξη. Εάν η αίτηση για αναγνώριση υποβληθεί κατά τη διάρκεια της ενεργού υπηρεσίας του δικαστικού λειτουργού, οι εισφορές υπολογίζονται επί των μηνιαίων συντάξιμων αποδοχών του χρόνου υποβολής της, εάν δε αυτή υποβληθεί μετά την αποχώρηση του από την Υπηρεσία επί των μηνιαίων συντάξιμων αποδοχών του χρόνου εξόδου του από αυτή. Οι διατάξεις της περίπτωσης αυτής έχουν ανάλογη εφαρμογή και για την αναγνώριση του ανωτέρω χρόνου ως χρόνου ασφάλισης από τα Ταμεία Επικουρικής Ασφάλισης και Πρόνοιας.»

2. Για τους δικαστικούς λειτουργούς που θα αναγνωρίσουν δικηγορική προϋπηρεσία, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, αναστέλλεται η καταβολή της σύνταξης τους, εφόσον διοριστούν δικηγόροι και για όσο διάστημα ασκούν το δικηγορικό λειτούργημα.

3. Κατά την πρώτη τριετία εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, τα έτη της δικηγορικής προϋπηρεσίας, που μπορούν να αναγνωριστούν, ανέρχονται σε ένα για το πρώτο έτος και σε δύο για το δεύτερο έτος.

4. Η δικηγορική προϋπηρεσία που αναγνωρίζεται ως συντάξιμος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού, δεν λαμβάνεται υπόψη για μισθολογική εξέλιξη.

5. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού έχουν ανάλογη εφαρμογή και για το κύριο προσωπικό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.


 

Αρθρο 4
Συνταξιοδοτικά θέματα εργαζομένων στους Ο.Τ.Α.

1. Το μόνιμο προσωπικό των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου βαθμού, το οποίο απασχολείται αποκλειστικά και κατά πλήρες ωράριο στη συγκομιδή και αποκομιδή, μεταφορά, διαλογή, επιστασία, καταστροφή απορριμμάτων, σε συνεργεία συντήρησης και επισκευής των μέσων καθαριότητας και με το πλύσιμο αυτών, καθώς και οι οδοκαθαριστές, οι εργάτες αφοδευτηρίων, οι χειριστές μηχανικών σαρώθρων, οι εργάτες ταφής - εκταφής νεκρών, οι καθαριστές οστών, οι εργάτες και τεχνίτες ασφαλτόστρωσης, οι τοποθετη-τές μαρμάρων και πλακών, οι κατεργαστές και κόπτες μαρμάρων, οι σφαγείς και εκδορείς ζώων και πτηνών και οι εναερίτες ηλεκτρολόγοι, που υπάγονται στη συνταξιοδοτική προστασία του Δημοσίου, δικαιούνται σύνταξη από το Δημόσιο, εφόσον έχουν συμπληρώσει οι μεν άνδρες το 58ο έτος της ηλικίας τους οι δε γυναίκες το 53ο έτος και έχουν συμπληρώσει δεκαπέντε (15) συντάξιμα έτη από τα οποία δώδεκα (12) έτη αποκλειστικά στις θέσεις αυτές εκ των οποίων τρία (3) έτη τουλάχιστον τα τελευταία δεκατρία (13) έτη πριν τη συμπλήρωση του ανωτέρω ορίου ηλικίας.
Το ανωτέρω προσωπικό υπόκειται από το διορισμό ή τη μονιμοποίηση του στις ειδικότητες της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, στην καταβολή πρόσθετης ειδικής εισφοράς 4,3% επί του βασικού μισθού και επί του ποσού του επιδόματος ειδικής απασχόλησης.

2. α. Το προσωπικό που έχει προσληφθεί ή διορισθεί ή μονιμοποιηθεί στις ειδικότητες της προηγούμενης παραγράφου μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, υπάγεται στις διατάξεις της παραγράφου αυτής αναδρομικά, ύστερα από αίτηση που υποβάλλεται αποκλειστικά εντός προθεσμίας τριών (3) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, καταβάλλοντος την πρόσθετη ειδική εισφορά, όπως αναφέρεται στο τελευταίο εδάφιο της προηγούμενης παραγράφου, αναδρομικά, για το χρονικό διάστημα από 8.4.1999 έως και την ημερομηνία της αίτησης και εφεξής.
Σε όσα από τα ανωτέρω πρόσωπα έχουν υπηρεσία πριν τις 8.4.1999 και απασχολούνταν αποκλειστικά στις ειδικότητες της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, χορηγείται, για κάθε επτά (7) χρόνια πραγματικής απασχόλησης σε αυτές, μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία, ένας (1) χρόνος πλασματικής συντάξιμης υπηρεσίας.
β. Το προσωπικό που έχει επιλέξει με τις διατάξεις της παρ. 20 του άρθρου 2 του ν. 2703/1999 να υπαχθεί στα βαρέα και ανθυγιεινά δεν υποχρεούται στην υποβολή νέας αίτησης.

3. Το προσωπικό που υπάγεται στις ρυθμίσεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού, μετά τη συμπλήρωση πέντε (5) ετών πραγματικής υπηρεσίας στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα λαμβάνει ένα (1) μισθολογικό κλιμάκιο, με τη συμπλήρωση δέκα (10) ετών ένα (1) ακόμη μισθολογικό κλιμάκιο και με τη συμπλήρωση δεκαπέντε (15) ετών ένα (1) ακόμη μισθολογικό κλιμάκιο.

4. Το επίδομα ειδικής απασχόλησης που καταβάλλεται στο προσωπικό που υπηρετεί στις θέσεις της παραγράφου 1 υπολογίζεται και στις συντάξιμες αποδοχές.

5. Το ποσό της σύνταξης των προσώπων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού που θα παραμείνουν στην Υπηρεσία και μετά τη συμπλήρωση του 58ου ή του 53ου έτους της ηλικίας, κατά περίπτωση, επειδή δεν θεμελιώνουν δικαίωμα συνταξιοδότησης σύμφωνα με τις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων, λόγω αλλαγής επαγγελματικής ειδικότητας ή άλλων λόγων, συνταξιοδοτούνται δε με βάση τις γενικές διατάξεις του π.δ. 169/2007 ή του ν. 2084/1992 (ΦΕΚ 165 Α), προσαυξάνεται κατά 0,35% για κάθε έτος ασφάλισης στο συγκεκριμένο καθεστώς.

6. Οι παράγραφοι 3, 4 και 5 του άρθρου αυτού ισχύουν και για το προσωπικό που είχε επιλέξει με τις διατάξεις του ν. 2703/1999 να υπαχθεί στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα.

7. Από της ισχύος των διατάξεων του άρθρου αυτού, καταργούνται οι διατάξεις της παρ. 14 του άρθρου 56 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων και η ακολουθούσα παράγραφος αναριθμείται και λαμβάνει αριθμό 14.


 

Αρθρο 5
Αρχειοθέτηση εκκρεμών αγωγών ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου

Εκκρεμείς αγωγές ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή των Διοικητικών Δικαστηρίων, δικαστικών λειτουργών και μελών του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, εν ενεργεία και συνταξιούχων, με αντικείμενο τη βελτίωση των αποδοχών ή της σύνταξης τους, βάσει συνταγματικών ή άλλων διατάξεων της εσωτερικής ή κοινοτικής νομοθεσίας αρχειοθετούνται, εφόσον οι εν λόγω δικαστικοί λειτουργοί και τα μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους έχουν υπαχθεί στη ρύθμιση της παρ. 9 του άρθρου 5 του ν. 3620/2007 (ΦΕΚ 276 Α) και της αριθμ. 2/1601/0022 κοινής υπουργικής απόφασης των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 149 Β/ 30.1.2008) που εκδόθηκε κατ εξουσιοδότηση του ανωτέρω νόμου και έχουν παραιτηθεί των σχετικών αξιώσεων με δηλώσεις τους, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 6 της ανωτέρω κοινής υπουργικής απόφασης.
Η αρχειοθέτηση γίνεται με πράξη του Προέδρου του Ειδικού Δικαστηρίου ή του οριζόμενου από αυτόν μέλους, ενιαίως για όλες τις αγωγές.
Προς το σκοπό αυτόν, η αρμόδια υπηρεσία του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και οι κατά τόπους εκκαθαριστές των Δικαστηρίων και των υπηρεσιών του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους υποχρεούνται εντός προθεσμίας δύο μηνών από τη δημοσίευση αυτού του νόμου ή, εφόσον κατατεθούν αργότερα, από της παραλαβής τους, να αποστείλουν στον Πρόεδρο του Ειδικού Δικαστηρίου υπηρεσιακά αντίγραφα των γενόμενων παραιτήσεων τα οποία θα επισυναφθούν, ως σχετικά, στα αντίστοιχα δικόγραφα. Προκειμένου περί υποθέσεων που παραμένουν εκκρεμείς ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή των Διοικητικών Δικαστηρίων μετά από παραπομπή με αποφάσεις του Ειδικού Δικαστηρίου, η αρχειοθέτηση θα γίνει με πράξη του Προέδρου του οικείου δικαστηρίου, προς τον οποίο αποστέλλονται οι σχετικές δηλώσεις με επιμέλεια της Γραμματείας του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος, εντός προθεσμίας δύο μηνών από την παραλαβή των δηλώσεων αυτών.

 

Αρθρο 6
θέματα του Ειδικού Ταμείου Αντιμετώπισης Εκτάκτων Αναγκών

1. Με απόφαση του Δ.Σ. του Ειδικού Ταμείου Αντιμετώπισης Εκτάκτων Αναγκών (Ε.Τ.Α.Ε.Α.), που συστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 της από 29.8.2007 Πράξεως Νομοθετικού Περιεχομένου, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3624/2007 (ΦΕΚ 289 Α), είναι δυνατόν να επιχορηγούνται από αυτό Υπουργεία, Περιφέρειες, Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού, καθώς και φυσικά ή νομικά πρόσωπα, δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου για την αποκατάσταση ζημιών και την ενίσχυση πληγόμε-νων από θεομηνίες, πυρκαγιές, σεισμούς, πλημμύρες και κάθε είδους φυσικές καταστροφές ή άλλα ακραία φαινόμενα, καθώς και να γίνονται δεκτές δωρεές, υπό όρους ή μη, από φυσικά ή νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου για την εξυπηρέτηση των σκοπών του Ταμείου. Επιπλέον, με όμοια απόφαση, το Δ.Σ. δύναται να παρέχει στα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που έχουν καταθέσει υπό όρους δωρεές στο λογαριασμό του Ταμείου, τη δυνατότητα της απευθείας διάθεσης των ποσών της δωρεάς στους δικαιούχους για την εκτέλεση συγκεκριμένων έργων αποκατάστασης.

2. Με απόφαση του Δ.Σ. του ΕΤ.Α.Ε.Α. είναι δυνατόν να επιχορηγούνται έργα αποκατάστασης ή επισκευής κατοικιών για τις οποίες δεν είναι διαθέσιμοι τίτλοι ιδιοκτησίας, αλλά η χρήση τους δύναται να αποδειχθεί από τους ενοίκους αυτών με προσκόμιση σχετικής βεβαίωσης της οικείας δημοτικής αρχής και υπεύθυνης δήλωσης του ν. 1599/1986 (ΦΕΚ 75 Α), θεωρημένης από την τοπική αστυνομική αρχή.


 

Αρθρο 7
Απόσχιση εκμεταλλεύσεων υποκαταστημάτων Ξάνθης και Λάρισας της Ελληνικής Βιομηχανίας Ζάχαρης Α.Ε.

1. Μεταβιβάζεται με απόσχιση από την Εταιρεία «Ελληνική Βιομηχανία Ζάχαρης Α.Ε.» (Ε.Β.Ζ. Α.Ε.) η εκμετάλλευση των υποκαταστημάτων Ξάνθης και Λάρισας, τα οποία έχουν ενταχθεί στο Πρόγραμμα αναδιάρθρωσης του κλάδου της ζάχαρης σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 320/2006 του Συμβουλίου της 20ής Φεβρουαρίου 2006, σε νεοϊδρυόμενες θυγατρικές της Ανώνυμες Εταιρείες, με αντικείμενο εργασιών την παραγωγή βιοαιθανόλης, κατά παρέκκλιση των διατάξεων της περίπτωσης ε της παραγράφου 1 και της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 2166/1993 (ΦΕΚ137 Α).

2. Η απόσπαση των υποκαταστημάτων τα οποία εισφέρονται, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην προηγούμενη παράγραφο, πραγματοποιείται με τη διαδικασία και τους όρους που περιέχονται στα άρθρα 1 έως και 5 του ν. 2166/1993 με τους ακόλουθους όρους:
α) Η φορολογική ζημία της Ε.Β.Ζ. Α.Ε. που υφίσταται κατά την ημερομηνία απόσχισης του κλάδου παραμένει σε αυτή και για την προαναφερόμενη ζημία έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 4 του ν. 2238/1994 (ΦΕΚ 151 Α).
β) Επιχορηγήσεις και αφορολόγητα αποθεματικά ή εκπτώσεις των παγίων επενδύσεων, οι οποίες απεικονίζονται στον ισολογισμό της Ε.Β.Ζ. Α.Ε. είτε στο κεφάλαιο είτε στο λογαριασμό «Επιχορηγήσεις παγίων επιχορηγησεων» και αφορούν την απόσπαση των παραπάνω υποκαταστημάτων, δύναται να μεταφερθούν στη νέα εταιρεία και δεν φορολογούνται κατά το χρόνο της εισφοράς, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 3 του ν. 2166/1993.
γ) Οι διατάξεις των αναπτυξιακών νόμων περί επιστροφής της ληφθείσας επιχορήγησης ή φορολόγησης των αφορολόγητων αποθεματικών και αφορολόγητων εκπτώσεων δεν έχουν εφαρμογή για πάγιες επενδύσεις που καταστρέφονται ή μεταφέρονται σε άλλα υποκαταστήματα ή θυγατρικές της Ε.Β.Ζ. Α.Ε. ή διατίθενται με οποιονδήποτε τρόπο εφόσον αυτές γίνονται στα πλαίσια υλοποίησης των δεσμεύσεων του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 320/2006.
δ) Δεν απαιτείται να υποβληθούν στην οικεία Δ.Ο.Υ. οι μηδενικές δηλώσεις φόρου μεταβίβασης ακινήτων και αυτοκινήτων.


 

Αρθρο 8
Πρόγραμμα ειδικής επιδότησης ανεργίας

1. Οι εργαζόμενοι στα εργοστάσια της Ε.Β.Ζ. Α.Ε., των οποίων η σύμβαση εργασίας θα καταγγελθεί από 1.4.2008 και οι οποίοι μέχρι 31.3.2013 συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις πλήρους συνταξιοδότησης μπορούν να ενταχθούν σε πρόγραμμα ειδικής επιδότησης ανεργίας.
2. Στο πρόγραμμα της ειδικής επιδότησης ανεργίας μπορούν να ενταχθούν όσοι είναι ασφαλισμένοι στο Ι.ΚΑ-Ε.Τ.Α.Μ. και Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε..
3. Η διάρκεια της ειδικής επιδότησης ανεργίας θα είναι μέχρι τη συμπλήρωση των ισχυουσών σήμερα προϋποθέσεων για λήψη πλήρους ή μειωμένης συντάξεως γήρατος και δεν θα υπερβαίνει τους εξήντα (60) μήνες. Αν συμπληρωθούν οι προϋποθέσεις για τη λήψη μειωμένης συντάξεως γήρατος, όχι όμως και πλήρους, η ειδική επιδότηση συνεχίζεται μέχρι τη συμπλήρωση του ορίου πλήρους συνταξιοδότησης, όχι όμως πέραν του ανώτατου χρονικού ορίου αυτής, ήτοι των εξήντα (60) μηνών. Το μηνιαίο επίδομα της ειδικής επιδότησης ανεργίας θα είναι ίσο με το ογδόντα τοις εκατό (80%) του καταβαλλόμενου κατά τη λύση της σύμβασης μηνιαίου μισθού ή του εικοσιπενταπλάσιου του καταβαλλόμενου ημερομισθίου και δεν θα υπερβαίνει το ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ. Η μηνιαία αυτή ειδική επιδότηση ανεργίας θα αναπροσαρμόζεται κατ έτος κατά το ποσοστό μεταβολής του δείκτη τιμών καταναλωτή της Ε.Σ.Υ.Ε., αρχής γενομένης από 1.1.2009.
4. Κατά το διάστημα της ειδικής επιδότησης ανεργίας συνεχίζεται η ασφάλιση των επιδοτούμενων στους οικείους ασφαλιστικούς φορείς κύριας και επικουρικής ασφάλισης και για όλους τους κλάδους στους οποίους ασφαλίζονται ως μισθωτοί. Υπόχρεος για την παρακράτηση και απόδοση των αναλογουσών ασφαλιστικών εισφορών για όλους τους κλάδους είναι ο Ο.Α.Ε.Δ.. Ο παραπάνω χρόνος ασφάλισης λαμβάνεται υπόψη για τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων για συνταξιοδότηση με πλήρη ή μειωμένη σύνταξη, καθώς και των απαιτούμενων από την παράγραφο 1 του άρθρου 10 του ν. 825/1978 (ΦΕΚ 189 Α), όπως ισχύει κάθε φορά, χρονικών προϋποθέσεων. Οι εισφορές για κύρια ασφάλιση υπολογίζονται επί της ανώτερης ασφαλιστικής κλάσης του τελευταίου τριμήνου πριν από την καταγγελία της σύμβασης στην οποία κατατάσσονται οι επιδοτούμενοι βάσει των πράγματι καταβληθεισών αποδοχών τους. Επί της βάσης αυτής, όπως κάθε φορά ισχύει, θα εξακολουθήσει η καταβολή των εισφορών καθ όλη τη διάρκεια της ειδικής επιδότησης. Οι εισφορές για επικουρική ασφάλιση υπολογίζονται επί των αυτών ποσών της κύριας ασφάλισης. Όσοι μισθωτοί ήταν ασφαλισμένοι για τουλάχιστον έξι (6) μήνες κατά τους τελευταίους δώδεκα (12) μήνες της εργασίας τους στον κλάδο των βαρέων ανθυγιεινών ή των οικοδομικών του Ι.Κ.Α. λόγω της ειδικότητας τους ή της φύσης της εργασίας τους θα συνεχίσουν να ασφαλίζονται στον κλάδο αυτόν καθ όλη τη διάρκεια της ειδικής επιδότησης ανεργίας.
5. Στον αριθμό ημερών ασφάλισης κατά το χρόνο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας κατά τα παραπάνω, συνυπολογίζεται ο χρόνος στρατιωτικής θητείας κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις του ν. 1358/1983 (ΦΕΚ 64 Α), όπως κάθε φορά ισχύουν, καθώς και το σύνολο των ημερών εργασίας σε οποιονδήποτε φορέα κύριας ασφάλισης, με εξαίρεση την περίπτωση θεμελίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος με βάση τις διατάξεις περί 35ετίας στην οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 825/1978, όπως κάθε φορά ισχύουν.
6. Για την ένταξη και την επιδότηση των μισθωτών στο πρόγραμμα της ειδικής επιδότησης ανεργίας, πέραν των παραπάνω διατάξεων, ισχύουν οι διατάξεις περί επιδοτήσεως των κοινών ανέργων από τον Ο.Α.Ε.Δ.. Η ειδική επιδότηση ανεργίας θα αναστέλλεται αν υπάρξει οποιασδήποτε μορφής απασχόληση του επιδοτούμενου.
7. Οι δαπάνες που προκαλούνται από την εφαρμογή του προγράμματος καλύπτονται κατά ογδόντα τοις εκατό (80%) από τον Κρατικό Προϋπολογισμό και το Λ.Α.Ε.Κ. και κατά είκοσι τοις εκατό (20%) από την Ε.Β.Ζ. Α.Ε.. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας καθορίζεται ο τρόπος κατανομής της δαπάνης μεταξύ Κρατικού Προϋπολογισμού και του Λ.Α.Ε.Κ., η διαδικασία απόδοσης από την Ε.Β.Ζ. Α.Ε. στον Ο.Α.Ε.Δ. του είκοσι τοις εκατό (20%) που τη βαρύνει και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.


 

Αρθρο 9

Μεταφορά πλεονάζοντος προσωπικού «Ελληνικής Βιομηχανίας Ζάχαρης Α.Ε.»

 

1. Το τακτικό προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που υπηρετεί κατά τη δημοσίευση του παρόντος στα εργοστάσια της Ε.Β.Ζ. Α.Ε. και το οποίο πλεονάζει με βάση την αναδιάρθρωση της εταιρείας δύναται να μεταφέρεται με την ίδια σχέση εργασίας, αποκλειστικά στις Περιφέρειες, κατόπιν αιτήσεως του. Προτεραιότητα στις μετατάξεις έχουν οι εργαζόμενοι των εργοστασίων της Ε.Β.Ζ. Α.Ε. στη Λάρισα και την Ξάνθη, τα οποία αλλάζουν χρήση. Το προσωπικό αυτό δεν μπορεί να υπερβαίνει τα ογδόντα (80) άτομα.

2. Οι αιτήσεις υποβάλλονται εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος, στις Διευθύνσεις Προσωπικού της εταιρείας Ε.Β.Ζ. Α.Ε., η οποία υποβάλλει συγκεντρωτικό κατάλογο των μεταφερόμενων κατά νομό, εκπαιδευτική βαθμίδα και ειδικότητα στη Γενική Γραμματεία Δημόσιας Διοίκησης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης του Υπουργείου Εσωτερικών, η οποία το αργότερο εντός τεσσάρων (4) μηνών συντάσσει κατάλογο κενών θέσεων ή αναγκών των Περιφερειών, που κοινοποιείται στην εταιρεία, προκειμένου το μεταφερόμενο προσωπικό να δηλώσει έως τρεις (3) Περιφέρειες στις οποίες επιθυμεί τη μεταφορά του.

3. Η μεταφορά του πλεονάζοντος προσωπικού γίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Οικονομίας και Οικονομικών και Ανάπτυξης σε κλάδο ή ειδικότητα της ίδιας εκπαιδευτικής βαθμίδας που ανήκει ο μεταφερόμενος. Με την ίδια απόφαση η μεταφορά μπορεί να γίνει και σε κλάδο συναφών τυπικών προσόντων της ίδιας εκπαιδευτικής βαθμίδας σε κενές θέσεις ή και σε προσωρινές προσωποπαγείς θέσεις σε υφιστάμενο ή και σε προσωρινό κλάδο, που συνιστώνται με την περί μεταφοράς πράξη και καταργούνται αυτοδίκαια με την κατά οποιονδήποτε τρόπο αποχώρηση των μεταφερομένων.

4. Το μεταφερόμενο προσωπικό εντάσσεται σε μισθολογικά κλιμάκια της οικείας εκπαιδευτικής βαθμίδας με βάση το συνολικό χρόνο υπηρεσίας που διανύθηκε στην εταιρεία Ε.Β.Ζ. Α.Ε.. Για τη μισθολογική τους ένταξη εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 20 του ν. 2515/1997 (ΦΕΚ 54 Α).

5. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Ανάπτυξης, που εκδίδεται εντός τριών (3) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος, ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για τη διαδικασία μεταφοράς του προσωπικού της παραγράφου 1 του αυτού άρθρου και συγκροτείται πενταμελής επιτροπή στη Γενική Γραμματεία Δημόσιας Διοίκησης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης του Υπουργείου Εσωτερικών, η οποία γνωμοδοτεί για τη διάθεση του προσωπικού ανά Περιφέρεια.

6. Το προσωπικό εξακολουθεί να υπάγεται στους ίδιους φορείς κύριας και επικουρικής ασφάλισης που υπαγόταν πριν τη μεταφορά.


 

Αρθρο 10
 
Οι περιπτώσεις α, β και γ της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν. 2789/2000, όπως ισχύει, καταργούνται και αντικαθίστανται από περίπτωση α ως εξής: «α) Στο Σύστημα Ταχείας Μεταφοράς Κεφαλαίων και Διακανονισμού σε Συνεχή Χρόνο ΤΑΒΟΕΤ2-ΟΒ.»

Οι λοιπές περιπτώσεις αναριθμούνται αναλόγως.
Η διάταξη αυτή τίθεται σε ισχύ τη 19η Μαίου 2008.

 

Αρθρο 11
Τροποποίηση του άρθρου 13 του ν. 3460/2006

Το άρθρο 13 του ν. 3460/2006 (ΦΕΚ 105 Α730.5.2006) αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Εργαζόμενοι άνδρες και γυναίκες στις Κλωστοϋφαντουργικές Επιχειρήσεις της Νάουσας, των οποίων η σύμβαση εργασίας έχει καταγγελθεί ή λυθεί από 1.1.2002 ή θα καταγγελθεί ή θα λυθεί μέχρι και 31.12.2008 και είναι ασφαλισμένοι στον κλάδο σύνταξης του Ι.Κ.Α. -Ε.Τ.Α.Μ. δικαιούνται, μέχρι τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων πλήρους συνταξιοδότησης, ειδική εισοδηματική ενίσχυση ανεργίας, ύψους ίσου προς την πλήρη σύνταξη από το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., εφόσον μέχρι 31.12.2008 θα έχουν συμπληρώσει 7.500 ημέρες ασφάλισης και το 50ό έτος της ηλικίας τους. Στη ρύθμιση αυτή εντάσσονται άμεσα και όσοι κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού έχουν συμπληρώσει 7.500 ημέρες ασφάλισης αλλά το 50ό έτος θα το συμπληρώσουν μέχρι 31.12.2008. Τα πρόσωπα αυτά δικαιούνται και πρόσθετη εισοδηματική ενίσχυση ανεργίας ύψους ίσου προς την αντίστοιχη επικουρική σύνταξη, εφόσον έχουν συμπληρώσει ή συμπληρώνουν μέχρι 31.12.2008 4.500 ημέρες ασφάλισης και το ίδιο όριο ηλικίας. Για τη συμπλήρωση του ως άνω χρόνου ασφάλισης λαμβάνεται υπόψη και ο χρόνος απασχόλησης ο διανυθείς σε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χώρα του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου και στην Ελβετία, καθώς και ο χρόνος ασφάλισης σε χώρα με την οποία έχει συναφθεί διμερής σύμβαση κοινωνικής ασφάλισης.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, η οποία εκδίδεται άπαξ, δύναται να καθοριστούν οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος, ώστε να επεκταθούν οι προβλεπόμενες ρυθμίσεις και σε εργαζομένους στο υποκατάστημα ΟΤΤΟ - ΕΒΡΟΣ και το εργοστάσιο Νομού Πέλλας της Επιχείρησης «Ενωμένη Κλωστοϋφαντουργία Α.Ε.», πρώην «Κλωστήρια Ναούσης Α.Ε.», των οποίων η σύμβαση εργασίας έχει καταγγελθεί ή λυθεί από 1.1.2002 ή θα καταγγελθεί ή θα λυθεί μέχρι και 31.12.2008 και είναι ασφαλισμένοι στον κλάδο σύνταξης του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ..
2. Κατά το χρονικό διάστημα χορήγησης της ειδικής εισοδηματικής ενίσχυσης ανεργίας του παρόντος άρθρου συνεχίζεται η ασφάλιση των απολυθέντων στους οικείους ασφαλιστικούς φορείς κύριας και επικουρικής ασφάλισης και για όλους τους κλάδους στους οποίους ασφαλίζονταν ως εργαζόμενοι. Οι ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον ενταχθέντα στο πρόγραμμα παρακρατούνται από το συνολικό ποσό της κύριας και πρόσθετης μηνιαίας εισοδηματικής ενίσχυσης και αποδίδονται στο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. και τον οικείο φορέα επικουρικής ασφάλισης. Οι αντίστοιχες εργοδοτικές εισφορές βαρύνουν τον προϋπολογισμό του προγράμματος.
Ο παραπάνω χρόνος ασφάλισης θεωρείται ως χρόνος πραγματικής εργασίας και λαμβάνεται υπόψη για τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων λήψης πλήρους ή μειωμένης σύνταξης, για τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 10 του ν. 825/1978, όπως κάθε φορά ισχύουν, καθώς και των προϋποθέσεων που απαιτούνται για τη συνταξιοδότηση σύμφωνα με τον Κανονισμό Βαρέων και Ανθυγιεινών Επαγγελμάτων (Κ.Β.Α.Ε.).
Για την εφαρμογή και μόνο του άρθρου αυτού και προκειμένου να συμπληρωθούν οι κατ ελάχιστον απαιτούμενες 7.500 ημέρες ασφάλισης, για την ένταξη στο πρόγραμμα της ειδικής εισοδηματικής ενίσχυσης ανεργίας, συνυπολογίζεται και ο χρόνος της στρατιωτικής θητείας κατ εξαίρεση του εδαφίου γ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 1358/1983, όπως ισχύει, ο οποίος αναγνωρίζεται και εξαγοράζεται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Οι αποδοχές που λαμβάνονται υπόψη για την εφαρμογή των διατάξεων του ανωτέρω νόμου είναι οι αποδοχές που ελάμβαναν οι απολυθέντες, κατά τον τελευταίο μήνα απασχόλησης τους, με την επιφύλαξη των διατάξεων που αναφέρονται στο ανώτατο και κατώτατο όριο αυτών.
Επιπλέον, για τη συμπλήρωση των κατ ελάχιστον απαιτούμενων ημερών ασφάλισης, συνυπολογίζονται και οι ημέρες ασφάλισης μετά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τις Κλωστοϋφαντουργικές Επιχειρήσεις της παραγράφου 1, που έχουν πραγματοποιηθεί από 1.1.2002 ή θα πραγματοποιηθούν μέχρι 31.12.2008 σε εργοδότες άλλων κλάδων. Επίσης ως ημέρες ασφάλισης υπολογίζονται και εκείνες που πραγματοποιήθηκαν ή θα πραγματοποιηθούν στις Κλωστοϋφαντουργικές Επιχειρήσεις της παραγράφου 1 του παρόντος με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες όμως συμβάσεις είχαν συναφθεί μέχρι 10.7.2006.
3. Στις διατάξεις του παρόντος άρθρου μπορούν να ενταχθούν υπό τις ίδιες προϋποθέσεις και εργαζόμενοι του κλάδου της κλωστοϋφαντουργίας σε νομούς της χώρας, στους οποίους το ποσοστό ανεργίας, σύμφωνα με τα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδας για το έτος 2005, είναι μεγαλύτερο του είκοσι τοις εκατό (20%) επί του συνόλου του εργατικού δυναμικού.
4. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας ρυθμίζονται η διαδικασία, ο τρόπος και οι λοιπές προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος άρθρου, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια.
5. Οι δαπάνες που προκαλούνται από την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων βαρύνουν κατά ογδόντα τοις εκατό (80%) το Λ.Α.Ε.Κ. (Λογαριασμός για την Απασχόληση και την Επαγγελματική Κατάρτιση) και κατά είκοσι τοις εκατό (20%) τον Κρατικό Προϋπολογισμό.
6. Η εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου ανατρέχει στην έναρξη ισχύος του άρθρου 13 του ν. 3460/2006.»

 

Αρθρο 12
Έναρξη ισχύος

Η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις επί μέρους διατάξεις.
Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεση του ως νόμου του Κράτους.

 

Σχετικά άρθρα
Σύνδεση Χρήστη

Για πλήρη πρόσβαση συνδεθείτε με τους παρακάτω κωδικούς. Όνομα Χρήστη : demo PSW : demo16