23 | 08 | 2019

Αθήνα 22/12/2009

Αρ. πρωτ.: 11668/B0012

ΠΟΛ. 1156

ΘΕΜΑ: Οδηγίες για την εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3808/2009.

 

Σας κοινοποιούμε τις διατάξεις των άρθρων 1 έως 4 του ν. 3808/2009 (ΦΕΚ Α’227/10.12.2009) και σας παρέχουμε τις ακόλουθες οδηγίες για την ορθή και ομοιόμορφη εφαρμογή τους:

 

¶ρθρο 1
Έκτακτη οικονομική ενίσχυση κοινωνικής αλληλεγγύης

 

1. Με βάση τις διατάξεις του άρθρου 1 καταβάλλεται έκτακτη οικονομική ενίσχυση κοινωνικής αλληλεγγύης για τη στήριξη των οικογενειών των μισθωτών, συνταξιούχων και αγροτών με πολύ χαμηλό εισόδημα και των ευπαθών κοινωνικών ομάδων, ύψους από τριακόσια (300) ευρώ έως και χίλια τριακόσια (1.300) ευρώ. Δικαιούχοι της ενίσχυσης, μεταξύ των άλλων, είναι οι φορολογούμενοι οι οποίοι κατά το οικονομικό έτος 2009, βαρύνονταν φορολογικά από ένα τουλάχιστον πρόσωπο, των περιπτώσεων β’, γ’, δ’, ε’ και η’, του άρθρου 7 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν.2238/1994, ΦΕΚ 151 Α’), εφόσον ποσοστό τουλάχιστον πενήντα τοις εκατό (50%) του συνολικού οικογενειακού εισοδήματός τους προέρχεται από τις κατηγορίες Ε ή και ΣΤ (εισόδημα από αγροτικές εκμεταλλεύσεις και από μισθωτή εργασία) του άρθρου 4 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος και δεν υπερβαίνει τα ποσά που ορίζονται στον πίνακα που ακολουθεί.

 

ΑΡΙΘΜΟΣ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΠΟΥ ΒΑΡΥΝΟΥΝ ΤΟΝ ΔΙΚΑΙΟΥΧΟ

ΑΝΩΤΑΤΟ ΥΨΟΣ ΣΥΝΟΛΙΚΟΥ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟΥ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ

ΥΨΟΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ

1

15.000,00

700,00

2

16.500,00

800,00

3

22.000,00

1.000,00

4

23.500,00

1.100,00

5

25.000,00

1.200,00

6 και άνω

26.500,00

1.300,00

 

Σύμφωνα με το άρθρο 2 της 2/90703/0026/10-12-09 Κ.Υ.Α. ειδικά για το εν λόγω επίδομα ως ετήσιο συνολικό οικογενειακό εισόδημα θεωρείται το συνολικό ετήσιο φορολογούμενο πραγματικό ή τεκμαρτό, το απαλλασσόμενο ή φορολογούμενο με ειδικό τρόπο εισόδημα, καθώς και οι δηλούμενες αγροτικές οικονομικές ενισχύσεις, του φορολογούμενου, της συζύγου του και των ανήλικων τέκνων του από κάθε πηγή. Για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας, στο κατά το προηγούμενο εδάφιο ετήσιο συνολικό οικογενειακό εισόδημα δεν περιλαμβάνονται οι παροχές κοινωνικού ή προνοιακού χαρακτήρα του άρθρου 4 της πιο πάνω Κ.Υ.Α., οι οποίες είναι οι εξής:

Α) Οι παρακάτω παροχές που χορηγούνται από τον ΟΑΕΔ

1) Τακτικά επιδόματα λόγω ανεργίας (ν.δ. 2961/54, ν.1545/85, ν.1836/89 όπως ισχύουν).
2) Ειδικά εποχιακά βοηθήματα (άρθρο 22 ν.1836/89).
3) Ειδικά βοηθήματα (παρ. 6 του άρθρου 22 του ν. 1836/89).
4) Συμπληρωματικές παροχές μητρότητας (π.δ. 776/77).
5) Ειδική παροχή μητρότητας (άρθρο 142 ν. 3655/08 και Υ.Α. 33891/606/7-5-08).
6) Επιδόματα στράτευσης (ν. 2054/52 και άρθρο 34 ν.δ. 2961/54).
7) Επιδόματα μακροχρονίως ανέργων (άρθρο 27 ν.3016/2002 και Υ.Α. 31092/4-7-02).
8) Παροχές αφερεγγυότητας εργοδότη (άρθρο 16 ν. 1836/89, π.δ. 1/1990 και άρθρο 44 ν. 2648/98, π.δ. 151/1999).
9) Επιδόματα νεοεισερχομένων στην αγορά εργασίας (ΕΣΠΑ) (άρθρο 2 ν. 1545/85).
10) Έκτακτες οικονομικές ενισχύσεις (άρθρο 46 ν.δ. 2698/53 και άρθρο 38 ν. 2224/94).
11) Οικογενειακά επιδόματα (ν.δ. 3868/58).

Β. Τα παρακάτω επιδόματα πολυτέκνων και τριτέκνων

1) Εφάπαξ παροχή 2000 ευρώ (παρ. 1 άρθρου 1 ν. 3454/06).
2) Επίδομα τρίτου παιδιού (άρθρο 63 ν. 1892/90).
3) Επιδόματα σε πολύτεκνους (άρθρο 63 ν. 1892/90, άρθρο 2 ν. 2163/93, άρθρο 39 ν. 2459/97, άρθρο 6 ν. 3454/06).
4) Ισόβια σύνταξη στη μητέρα (άρθρο 63 ν. 1892/90, άρθρο 2 ν. 2163/93, άρθρο 39 ν. 2459/97, άρθρο 11 ν. 2819/2000, άρθρο 6 ν. 3454/06).
5) Επιδόματα τριτέκνων (άρθρο 6 ν. 3631/2008 και εγκύκλιος 1/1-2-2008 του ΟΓΑ).

Γ. Η αποζημίωση απόλυσης (ν. 3198/1955).

Δ. Επιδόματα τοκετού, κύησης και λοχείας
Ε. Τα παρακάτω προνοιακά επιδόματα

1) Επίδομα βαριάς αναπηρίας (Γ4α/Φ.225/οικ. 1196/26-4-1985 Κ.Υ.Α. και Γ4/Φ.225/161/3-2-1989 Κ.Υ.Α.)
2) Επίδομα των βαριά νοητικά καθυστερημένων ατόμων (Γ4/Φ.12/οικ. 1930/82 Κ.Υ.Α.).
3) Επίδομα παραπληγίας � Τετραπληγίας Ακρωτηριασμένων Ανασφάλιστων (115750/3006/10-9-1981 Κ.Υ.Α.)
4) Επίδομα παραπληγίας � τετραπληγίας ακρωτηριασμένων ασφαλισμένων Δημοσίου (61384/1638/19-5-1983 Κ.Υ.Α.)
5) Επίδομα κωφαλαλίας (Δ3β/423/73 ΚΥΑ).
6) Επίδομα εγκεφαλικής παράλυσης (Γ4Α/Φ.224/οικ. 1434/26-6-1984 Κ.Υ.Α.)
7) Επίδομα ασθενών και αποθεραπευθέντωνχανσενικών και μελών των οικογενειών τους (Γ4γ/Φ. 229/οικ. 3285/99 Κ.Υ.Α.)
8) Επίδομα απροστάτευτων παιδιών (Β.Δ. 669/91, ν. 4051/60, Π.Δ. 108/1983)
9) Επίδομα τυφλότητας (ν. 1904/51, ν.958/79 και ΚΥΑ 1480/81).
10) Επίδομα μεσογειακής αναιμίας, αιμορροφιλίας και πασχόντων από Σ.Ε.Α.Α. (HIV) (Γ4/Φ. 167/2073/82 Κ.Υ.Α. και Π4γ/Φ. 222/Φ.225/οικ. 4711/94 Κ.Υ.Α.)

Σημειώνεται ότι οι φορολογούμενοι οι οποίοι σύμφωνα με την παράγραφο 2 της Κ.Υ.Α. θα υποβάλουν μέχρι 28-02-2010 εκπρόθεσμη δήλωση φορολογίας εισοδήματος οικ. έτους 2009, στην οποία θα δηλώσουν και εισόδημα ΣΤ� πηγής (μισθωτών υπηρεσιών), πρέπει να συνυποβάλουν την προβλεπόμενη από την παράγραφο 3 του άρθρου 83 του ν. 2238/1994 «βεβαίωση αποδοχών» ή «Απόσπασμα Ατομικού Λογαριασμού Ασφάλισης» σε φωτοαντίγραφο με επίδειξη του πρωτοτύπου ή το ειδικό έντυπο με τίτλο «Βεβαίωση Εργοδότη», καθώς και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για τα προστατευόμενα μέλη που θα δηλώσουν.
Επομένως, δεν γίνονται δεκτές δηλώσεις με τις οποίες συνυποβάλλεται υπεύθυνη δήλωση ν.1599/1986 με τα στοιχεία εργοδοτών που προβλέπεται με την 1054645/1158/Α0012/ΠΟΛ. 1192/16-6-2000 εγκύκλιό μας.
Τέλος οι δικαιούχοι της περίπτωσης Δ της παραγ. 2 του άρθρου 1 του ν.3808/09 (άνεργοι κλπ.) θα λάβουν την οικονομική ενίσχυση από τους φορείς που τους καταβάλλουν τις αντίστοιχες παροχές ανεργίας.

 

¶ρθρο 2
Έκτακτη εισφορά κοινωνικής ευθύνης στα μεγάλα κέρδη των επιχειρήσεων


1. Με το άρθρο αυτό επιβάλλεται έκτακτη εισφορά στα μεγάλα κέρδη των επιχειρήσεων που πραγματοποιήθηκαν κατά το οικονομικό έτος 2009 (χρήση 2008). Ειδικότερα, η εισφορά επιβάλλεται σε όλα ανεξαιρέτως τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 101 του ν. 2238/1994 (Α.Ε., Ε.Π.Ε., δημόσιες, δημοτικές και κοινοτικές επιχειρήσεις, συνεταιρισμοί, υποκαταστήματα αλλοδαπών επιχειρήσεων) και της παρ. 4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου (προσωπικές εταιρίες, κοινοπραξίες, κλπ.). Διευκρινίζεται, ότι η εισφορά επιβάλλεται ανεξάρτητα αν τα πιο πάνω νομικά πρόσωπα υπάγονται στις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου ή σε οποιοδήποτε φορολογικό καθεστώς (π.χ. Τράπεζα της Ελλάδος), καθόσον η εισφορά αυτή δεν αποτελεί φόρο εισοδήματος, αλλά ιδιότυπη έκτακτη εφάπαξ επιβάρυνση.
Η εισφορά επιβάλλεται στα συνολικά καθαρά κέρδη οικονομικού έτους 2009 που προσδιορίζονται με βάση τις διατάξεις της παρ. 19 του άρθρου 31 και της παρ. 7 του άρθρου 105 του ν. 2238/1994. Επομένως, από τη διατύπωση των ως άνω διατάξεων προκύπτει, ότι ως κέρδη πρέπει να λαμβάνονται τα συνολικά κέρδη προ της διανομής. Επίσης, δεν λαμβάνονται υπόψη τα φορολογητέα κέρδη των νομικών προσώπων που προκύπτουν από την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 99 και 106 του Κ.Φ.Ε. Στο σημείο αυτό διευκρινίζεται, ότι προκειμένου για προσωπικές εταιρίες, από τα κέρδη τους δεν αφαιρείται η επιχειρηματική αμοιβή, προκειμένου για την επιβολή της έκτακτης εισφοράς. Τέλος, στα κέρδη που υπόκεινται στην εισφορά περιλαμβάνονται τα πάσης φύσεως εισοδήματα από την εκμετάλλευση ή παρεπόμενα έσοδα (π.χ. μερίσματα), είτε προέρχονται από την ημεδαπή ή την αλλοδαπή και ανεξάρτητα αν φορολογούνται με τις γενικές διατάξεις ή αν απαλλάσσονται της φορολογίας εισοδήματος (π.χ. υπεραξία από την πώληση μετοχών εισηγμένων στο Χ.Α.) ή αν φορολογούνται κατ� ειδικό τρόπο (π.χ. τόκοι ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου για τις τράπεζες). Για τον προσδιορισμό των κερδών επί των οποίων επιβάλλεται η έκτακτη εισφορά, από τα ακαθάριστα έσοδα αφαιρούνται οι δαπάνες του άρθρου 31 και οι λοιπές δαπάνες που αναφέρονται στις παραγράφους 2, 3, 4, 5 και 6 του άρθρου 105, προκειμένου για τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 101 (Α.Ε. Ε.Π.Ε., κλπ.). Επομένως, η εισφορά επιβάλλεται στο συνολικό καθαρό κέρδος μετά την προσθήκη των λογιστικών διαφορών (δαπάνες που δεν αναγνωρίζονται προς έκπτωση) που έχουν δηλωθεί στους κωδικούς 018, 019, 020, 021, 022, 023 και 025 (Φ.01.010 και Φ.01.013). Από τις δηλώσεις των τραπεζικών και ασφαλιστικών επιχειρήσεων (Φ.01.011 και Φ.01.014) λαμβάνονται υπόψη οι λογιστικές διαφορές που έχουν δηλωθεί στους κωδικούς 018, 019, 020, 021, 022 και 062. Από τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος (Ε5) των προσωπικών εταιριών, κοινοπραξιών, κλπ. λαμβάνονται υπόψη οι λογιστικές διαφορές που έχουν δηλωθεί στους κωδικούς 018, 019, 020, 450, 021, 022 και 023. Για λόγους ίσης μεταχείρισης, θα πρέπει να αφαιρούνται οι αρνητικές λογιστικές διαφορές (κωδικός 462: ποσό που φορολογήθηκε κατά την προηγούμενη χρήση λόγω αναμόρφωσης της πρόβλεψης για αποζημίωση προσωπικού). Πέραν των ανωτέρω, δεν αφαιρείται κανένα άλλο ποσό. Δηλαδή, ούτε οι ζημίες παρελθουσών χρήσεων, ούτε οι αφορολόγητες κρατήσεις αναπτυξιακών νόμων (ν. 2601/1998, ν. 3299/2004, κλπ.), ούτε τυχόν αποθεματικά που έχουν σχηματισθεί με βάση τις διατάξεις του άρθρου 106 του ν. 2238/1994 (από αφορολόγητα έσοδα, έσοδα φορολογηθέντα κατ� ειδικό τρόπο, κλπ.).
Απαραίτητη προϋπόθεση για την επιβολή της έκτακτης εισφοράς είναι τα κέρδη των επιχειρήσεων, όπως αυτά προσδιορίζονται σύμφωνα με τα πιο πάνω, να υπερβαίνουν τα 5.000.000 ευρώ.
Ειδικά για τις επιχειρήσεις που δημοσιεύουν τις οικονομικές τους καταστάσεις σύμφωνα με τους κανόνες των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων (Δ.Λ.Π.), ανεξάρτητα από τον τρόπο τήρησης των βιβλίων τους, η έκτακτη εισφορά επιβάλλεται στα μεγαλύτερα καθαρά κέρδη μεταξύ αυτών που εμφανίζονται στις πιο πάνω καταστάσεις και αυτών που προκύπτουν με βάση τα άρθρα 31 και 105 του ν. 2238/1994, εφόσον υπερβαίνουν τα 5.000.000 ευρώ.
2. Με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού καθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού της έκτακτης εισφοράς με διαφοροποιουμένους συντελεστές που αυξάνονται προοδευτικά ανάλογα με το ύψος των συνολικών καθαρών κερδών, ως εξής: 5% για καθαρά κέρδη μέχρι και 10.000.000 ευρώ, 7% για κέρδη από 10.000.001 ευρώ έως και 25.000.000 ευρώ και 10% για κέρδη από 25.000.001 ευρώ και άνω.
Για παράδειγμα, αν μία ανώνυμη εταιρία έχει δηλώσει καθαρά κέρδη στον κωδικό 024 της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος οικον. έτους 2009 (Φ.01.010) 35.000.000 ευρώ, η έκτακτη εισφορά υπολογίζεται ως εξής:
(10.000.000 ευρώ x 5%) + (25.000.000 - 10.000.000) x 7% + (35.000.000 - 25.000.000) x 10% = 500.000 + 1.050.000 + 1.000.000 = 2.550.000 ευρώ.
Το ποσό της έκτακτης εισφοράς περιορίζεται αναλόγως, σε κάθε περίπτωση, ώστε τα εναπομένοντα συνολικά καθαρά κέρδη που αποτέλεσαν τη βάση προσδιορισμού της, να μην υπολείπεται του ποσού των 5.000.000 ευρώ.
Για παράδειγμα, για μία ανώνυμη εταιρία με συνολικά καθαρά κέρδη 5.100.000 ευρώ (κωδικός 024), για την οποία καταρχήν με βάση το συντελεστή 5% προκύπτει ποσό έκτακτης εισφοράς 255.000 ευρώ, αυτό θα περιορισθεί στο ποσό των 100.000 ευρώ, ώστε το υπόλοιπο κερδών που απομένει μετά τον υπολογισμό της έκτακτης εισφοράς να μην είναι κατώτερο των 5.000.000 ευρώ.
3. Με τις διατάξεις της παραγράφου 3 ορίζεται, ότι σε περίπτωση υπερδωδεκάμηνης διαχειριστικής περιόδου, ως συνολικά καθαρά κέρδη λαμβάνεται το μέρος αυτών που αναλογεί στους δώδεκα μήνες. Δηλαδή, αν το οικονομικό έτος 2009 (έτος επιβολής της έκτακτης εισφοράς) μία ανώνυμη εταιρία έχει εμφανίσει κέρδη στον κωδικό 024 9.000.000 ευρώ (πρώτη διαχειριστική περίοδος 1.7.2007 � 31.12.2008), ως βάση για την επιβολή της έκτακτης εισφοράς θα ληφθεί υπόψη το ποσό των 6.000.000 ευρώ (9.000.000 x 12/18).
4. Με τις διατάξεις της παραγράφου 4 ορίζεται, ότι τα συνολικά καθαρά κέρδη, όπως αυτά προσδιορίζονται σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην παράγραφο 1, επί των οποίων επιβάλλεται η έκτακτη εισφορά, δεν μπορεί να υπερβαίνουν το διπλάσιο του μέσου όρου των συνολικών καθαρών κερδών των δύο προηγούμενων οικονομικών ετών 2007 και 2008. Για λόγους ενιαίας αντιμετώπισης, με την παρούσα γίνεται δεκτό, ότι ως κέρδη των προηγούμενων οικονομικών αυτών ετών, προκειμένου να εξευρεθεί η βάση επιβολής της έκτακτης εισφοράς, πρέπει να λαμβάνονται τα αντίστοιχα κέρδη (φορολογικά ή Δ.Λ.Π.) που ελήφθησαν υπόψη και για το οικον. έτος 2009, ανεξάρτητα από τα ποια κέρδη είναι μεγαλύτερα στα έτη αυτά.
Διευκρινίζεται, ότι σε περίπτωση που υπάρχει δήλωση για ένα μόνο έτος (οικονομικό έτος 2008), τα καθαρά κέρδη του οικονομικού έτους 2009 θα συγκρίνονται με το διπλάσιο των καθαρών κερδών του έτους αυτού.
Επίσης, αν για κάποιο από τα 2 προηγούμενα έτη δεν δημοσιεύθηκαν οικονομικές καταστάσεις σύμφωνα με τους κανόνες των Δ.Λ.Π., λαμβάνονται υπόψη μόνο τα καθαρά κέρδη του οικονομικού έτους που δημοσιεύθηκαν.
Για παράδειγμα, αν μία ανώνυμη εταιρία το οικον. έτος 2009 εμφανίζει κέρδη στους κωδικούς 024 και 116, ύψους 6.000.000 και 7.000.000 ευρώ, αντίστοιχα, το οικ. έτος 2008 έχει στους ίδιους κωδικούς κέρδη 2.000.000 και 5.000.000, αντίστοιχα, ενώ το οικ. έτος 2007 έχει κέρδη μόνο στον κωδικό 024 ύψους 1.000.000 ευρώ (δεν δημοσίευσε οικ. καταστάσεις βάσει Δ.Λ.Π.), ο υπολογισμός των κερδών επί των οποίων θα επιβληθεί η εισφορά έχει ως εξής: Καταρχήν, λαμβάνονται τα 7.000.000 κέρδη (Δ.Λ.Π.) που δηλώθηκαν κατά το οικον. έτος 2009, επειδή είναι μεγαλύτερα από τα 6.000.000 ευρώ που προέκυψαν από την εφαρμογή των φορολογικών διατάξεων. Ακολούθως, με βάση όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, θα πρέπει να συγκριθούν τα κέρδη οικον. έτους 2009 που προέκυψαν με βάση τα Δ.Λ.Π. (7.000.000 ευρώ) με τα αντίστοιχα κέρδη των οικονομικών ετών 2008 και 2007 και περαιτέρω, επειδή το οικονομικό έτος 2007 δεν προέκυψαν κέρδη με βάση τα Δ.Λ.Π., θα ληφθούν υπόψη μόνο τα κέρδη του οικονομικού έτους 2008 (5.000.000 ευρώ). Στη συνέχεια και επειδή το διπλάσιό τους (10.000.000 ευρώ) είναι μεγαλύτερο από τα 7.000.000 ευρώ, ως κέρδη επί των οποίων επιβάλλεται η έκτακτη εισφορά είναι τα 7.000.000 ευρώ.
Αν στο προηγούμενο παράδειγμα, τα κέρδη οικονομικού έτους 2008 στον Κ.Α. 116 (Κέρδη Δ.Λ.Π.) ήταν 2.000.000 ευρώ και περαιτέρω, στο οικονομικό έτος 2007 η εταιρία δήλωσε στον ίδιο κωδικό κέρδη 2.000.000 ευρώ, θα ισχύσουν τα ακόλουθα: τα κέρδη οικον. έτους 2009 που προέκυψαν με βάση τα Δ.Λ.Π. (7.000.000 ευρώ) θα συγκριθούν με το διπλάσιο του μέσου όρου των κερδών οικον. ετών 2007 και 2008 [2 x(2.000.000 + 2.000.000)/2] και επειδή τα 4.000.000 ευρώ είναι μικρότερα των 5.000.000 ευρώ, δεν θα επιβληθεί τελικά έκτακτη εισφορά.
Σε περίπτωση υπερδωδεκάμηνης χρήσης σε κάποιο από τα προηγούμενα οικονομικά έτη, θα γίνεται αναγωγή σε δωδεκάμηνη βάση. Ειδικότερα, στην περίπτωση που αφορούν στο οικ. έτος 2007, τα κέρδη της χρήσης αυτής θα αναχθούν σε δωδεκάμηνη βάση και στη συνέχεια θα συγκριθούν, αφού ληφθούν υπόψη και τα κέρδη του οικ. έτους 2008, με τα κέρδη του οικ. έτους 2009. Στην περίπτωση που αφορούν στο οικ. έτος 2008, είναι προφανές ότι δεν υπάρχει δήλωση οικονομικού έτους 2007 και επομένως, τα κέρδη του οικον. έτους 2008 θα αναχθούν σε δωδεκάμηνη βάση και στη συνέχεια το διπλάσιό τους θα συγκριθεί με τα κέρδη του οικονομικού έτους 2009.
Είναι αυτονόητο ότι σε περίπτωση εμφάνισης ζημιογόνων αποτελεσμάτων σε κάποιο από τα προηγούμενα οικονομικά έτη, για τον υπολογισμό του διπλάσιου του μέσου όρου των καθαρών αυτών κερδών, προκειμένου να εξευρεθεί η βάση επιβολής της έκτακτης εισφοράς, λαμβάνεται το αλγεβρικό άθροισμα των αποτελεσμάτων των οικ. ετών 2007 και 2008.
Περαιτέρω, διευκρινίζεται, ότι σε περίπτωση που μια επιχείρηση έχει διακόψει τις εργασίες της μέσα στο τρέχον έτος (λήξη εκκαθάρισης, κλπ.), θα βεβαιωθεί κανονικά έκτακτη εισφορά, δεδομένου ότι στο οικονομικό έτος 2009 (έτος βάσης για την επιβολή της έκτακτης εισφοράς), έχουν προκύψει κέρδη για το υπόψη νομικό πρόσωπο. Βέβαια, δεν νοείται στην πράξη διακοπή εργασιών με πολύ υψηλά κέρδη, στα οποία επιβάλλεται η εισφορά. Επομένως, η διακοπή προφανώς θα οφείλεται σε μετασχηματισμό (μετατροπή, συγχώνευση, κλπ.), οπότε θα έχουν εφαρμογή τα οριζόμενα στην επόμενη παράγραφο.
5. Με τις διατάξεις της παραγράφου 5 ορίζεται, ότι για τον υπολογισμό της έκτακτης εισφοράς εκδίδεται εκκαθαριστικό σημείωμα από τη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων (Γ.Γ.Π.Σ.), αντίγραφο του οποίου αποστέλλεται στην επιχείρηση. Η έκτακτη εισφορά βεβαιώνεται οίκοθεν από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας που είναι αρμόδιος για τη φορολογία της επιχείρησης κατά την οριζόμενη διαδικασία στον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος. Η έκτακτη εισφορά βεβαιώνεται στον Κ.Α. Εσόδων 0893 «Έκτακτη οικονομική εισφορά στις επιχειρήσεις» μέχρι 31 Δεκεμβρίου 2009.
Σε περίπτωση μετατροπής ή συγχώνευσης επιχειρήσεων, η έκτακτη εισφορά βεβαιώνεται στη νέα επιχείρηση που προήλθε από τη μετατροπή ή συγχώνευση. Στην περίπτωση διάσπασης ανώνυμης εταιρίας, η βεβαίωση της έκτακτης εισφοράς θα γίνεται στο όνομα των επωφελούμενων επιχειρήσεων με βάση το ποσό της καθαρής θέσης της διασπασθείσας που αναλογεί στις επωφελούμενες επιχειρήσεις. Επισημαίνεται, ότι επειδή τα στοιχεία αυτά σχετικά με το ύψος της καθαρής θέσης της διασπασθείσας εταιρίας δεν υπάρχουν στη Γ.Γ.Π.Σ., θα πρέπει η τελευταία να τα αναζητήσει από την αρμόδια Δ.Ο.Υ.
Με τις διατάξεις της ίδιας παραγράφου ορίζεται, ότι αν από φορολογικό έλεγχο προκύψει διαφορά των καθαρών κερδών, δεν επιβάλλεται επιπλέον έκτακτη εισφορά, ούτε επιστρέφεται εισφορά που τυχόν καταβλήθηκε.
6. Με τις διατάξεις της παραγράφου 6 ορίζεται, ότι η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής ή υποβολή αίτησης για διοικητική επίλυση της διαφοράς, καθώς και για την άσκηση της προσφυγής ενώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου, δεν αναστέλλει τη βεβαίωση και την είσπραξη της εισφοράς.
7. Με τις διατάξεις της παραγράφου 7 ορίζεται, ότι οι διατάξεις του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 2238/1994), καθώς και του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999) εφαρμόζονται ανάλογα και για την έκτακτη εισφορά που επιβάλλεται με τις διατάξεις του άρθρου αυτού. Ειδικότερα, για την οίκοθεν βεβαίωση του ποσού της έκτακτης εισφοράς, ο Προϊστάμενος της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. θα συντάσσει χρηματικό κατάλογο μέχρι τις 31.12.2009.
8. Με τις διατάξεις της παραγράφου 8 ορίζεται, ότι η βεβαιωθείσα έκτακτη εισφορά καταβάλλεται σε 12 ίσες μηνιαίες δόσεις, από τις οποίες η πρώτη μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρα του επόμενου μήνα από τη βεβαίωση της εισφοράς, ήτοι μέχρι τέλος Ιανουαρίου 2010, και η καθεμία από τις επόμενες, μέχρι την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες, αντίστοιχα, ημέρας. Το ποσό της κάθε δόσης δεν μπορεί να είναι μικρότερο των 20.000 ευρώ. Αν η καταβολή του συνόλου της έκτακτης εισφοράς γίνει μέσα στην προθεσμία της πρώτης δόσης, χορηγείται έκπτωση 3%. Έκπτωση δεν χορηγείται στην περίπτωση που το σύνολο της έκτακτης εισφοράς είναι καταβλητέο σε μία δόση.
9. Επίσης, με τις διατάξεις της παραγράφου 9 ορίζεται, ότι το ποσό της έκτακτης εισφοράς που θα καταβληθεί δεν αναγνωρίζεται για έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεων, προκειμένου για τον προσδιορισμό των φορολογητέων κερδών του οικον. έτους 2011 (διαχειριστική περίοδος 2010).
10. Τέλος, με τις διατάξεις της παραγράφου 10 ορίζεται, ότι σε περίπτωση που τα καθαρά κέρδη επί των οποίων επιβάλλεται η έκτακτη εισφορά αποτέλεσαν και κέρδη άλλης επιχείρησης, για τα οποία επιβλήθηκε έκτακτη εισφορά σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού, η έκτακτη εισφορά επιστρέφεται. Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι αν για παράδειγμα, έχουμε κοινοπραξία στην οποία συμμετέχει ανώνυμη εταιρία, η τελευταία αποκτά κέρδη από τη συμμετοχή της στην κοινοπραξία, σύμφωνα με τις διατάξεις της περ. α� της παρ. 4 του άρθρου 28 του ν. 2238/1994, στη λήξη της διαχειριστικής περιόδου (31.12.2008) και επομένως, έκτακτη εισφορά θα βεβαιωθεί στο όνομα της κοινοπραξίας για τα κέρδη οικ. έτους 2009, καθώς και στην ανώνυμη εταιρία � μέλος για το μέρος των κερδών του ίδιου οικον. έτους που αντιστοιχούν σε αυτή (πέραν των δικών της κερδών), αν βεβαίως και τα συνολικά κέρδη της Α.Ε. υπερβαίνουν τα 5.000.000 ευρώ. Στην περίπτωση αυτή, το ποσό της έκτακτης εισφοράς καταβάλλεται κανονικά από την κοινοπραξία. Επειδή όμως η εισφορά βεβαιώνεται και σε βάρος της Α.Ε. η οποία είναι υποχρεωμένη να την καταβάλλει, θα πρέπει να υποβάλει αίτηση για επιστροφή των δόσεων που θα έχει ήδη καταβάλλει και διαγραφή των υπολοίπων. Είναι αυτονόητο, ότι αν μετά την αφαίρεση των κερδών από την υπόψη συμμετοχή απομένει υπόλοιπο κερδών της Α.Ε. μικρότερο των 5.000.000 ευρώ (με τις προϋποθέσεις που αναφέρθηκαν πιο πάνω), θα διαγράφεται ολόκληρο το ποσό της εισφοράς, μετά την επιστροφή των δόσεων που έχουν καταβληθεί.

 

¶ρθρο 3
Έκτακτη εισφορά στη μεγάλη ακίνητη περιουσία φυσικών προσώπων και αύξηση του Ενιαίου Τέλους Ακινήτων (Ε.Τ.ΑΚ.) των νομικών προσώπων μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα.

 

1. Έκτακτη εισφορά στη μεγάλη ακίνητη περιουσία φυσικών προσώπων

Με την παράγραφο 1 του άρθρου 3 του ν. 3808/2009 επιβάλλεται έκτακτη εφάπαξ εισφορά στη μεγάλη ακίνητη περιουσία των φυσικών προσώπων κατά την εκκαθάριση του Ε.Τ.ΑΚ. έτους 2009 ανά κλιμάκιο φορολογητέας αξίας με προοδευτικό συντελεστή ως εξής:

- Για φορολογητέα αξία, από 400.000,00 ευρώ μέχρι και 600.000,00 ευρώ, 1 τοις χιλίοις.
- Για φορολογητέα αξία, από 600.001,00 ευρώ μέχρι και 800.000,00 ευρώ, 2 τοις χιλίοις.
- Για φορολογητέα αξία, από 800.001,00 ευρώ μέχρι και 1.000.000,00 ευρώ, 3 τοις χιλίοις.
- Για φορολογητέα αξία, από 1.000.001,00 ευρώ μέχρι και 1.300.000,00 ευρώ, 4 τοις χιλίοις.
- Για φορολογητέα αξία, από 1.300.001,00 ευρώ μέχρι και 1.600.000,00 ευρώ, 5 τοις χιλίοις.
- Για φορολογητέα αξία, από 1.600.001,00 ευρώ μέχρι και 2.000.000,00 ευρώ, 6 τοις χιλίοις.
- Για φορολογητέα αξία, από 2.000.001,00 ευρώ μέχρι και 2.500.000,00 ευρώ, 7 τοις χιλίοις.
- Για φορολογητέα αξία, από 2.500.001,00 ευρώ μέχρι και 3.000.000,00 ευρώ, 8 τοις χιλίοις.
- Για φορολογητέα αξία, από3.000.001,00 ευρώ και άνω, 9 τοις χιλίοις.

Περαιτέρω, με την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι για την έκτακτη εισφορά εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 5 έως και 19 του ν. 3634/2008 του Ενιαίου Τέλους Ακινήτων, όπως ισχύουν.
Συνεπώς για τον προσδιορισμό της φορολογητέας αξίας των ακινήτων για την έκτακτη εισφορά εφαρμόζονται τα ισχύοντα για τον προσδιορισμό της φορολογητέας αξίας του Ενιαίου Τέλους Ακινήτων.
Σημειώνεται ότι, η έκτακτη εισφορά επιβάλλεται χωριστά στην ατομική φορολογητέα αξία της ακίνητης περιουσίας κάθε προσώπου (σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο του άρθρου 11 του ν. 3634/2008).
Επισημαίνεται ότι η έκτακτη εισφορά επιβάλλεται στο σύνολο της φορολογητέας αξίας των ακινήτων, όπως αυτή προσδιορίζεται με τις διατάξεις των άρθρων 5 έως και 19 του ν.3634/2008.
Σε περιπτώσεις απαλλασσομένων εκ του νόμου ακινήτων στα οποία θα επιβληθεί έκτακτη εισφορά, εφόσον προσκομιστούν από τον υπόχρεο τα απαιτούμενα για την απαλλαγή δικαιολογητικά, θα γίνεται από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. νέα εκκαθάριση.
Η έκτακτη εισφορά συμβεβαιώνεται και καταβάλλεται μαζί με το Ε.Τ.ΑΚ. φυσικών προσώπων του έτους 2009.
Για καλύτερη κατανόηση των ανωτέρω παραθέτουμε τα ακόλουθα παραδείγματα:

Παράδειγμα 1ο

Έγγαμος χωρίς παιδιά έχει για το έτος 2009 ατομική φορολογητέα περιουσία 390.000 ευρώ. Η σύζυγός του για το ίδιο έτος έχει φορολογητέα περιουσία 310.000 ευρώ.
Οι ανωτέρω φορολογούμενοι για το έτος 2009 δεν θα καταβάλουν έκτακτη εισφορά, δεδομένου ότι η φορολογητέα αξία κάθε ιδιοκτήτη χωριστά δεν υπερβαίνει τις 400.000,00 ευρώ.

Παράδειγμα 2ο

Έγγαμος με δύο παιδιά για το έτος 2009 έχει ατομική φορολογητέα περιουσία 500.000 ευρώ, η σύζυγός του έχει φορολογητέα περιουσία 450.000 ευρώ και κάθε ένα από τα δύο παιδιά 250.000 ευρώ.
Ο σύζυγος θα καταβάλλει έκτακτη εισφορά 100 ευρώ (500.000 � 400.000 = 100.000 Χ 1 τοις χιλίοις)
Η σύζυγος θα καταβάλλει έκτακτη εισφορά 50 ευρώ (450.000 � 400.000 = 50.000 Χ 1 τοις χιλίοις)
Τα τέκνα δεν θα καταβάλλουν έκτακτη εισφορά.

Παράδειγμα 3ο

Έγγαμος χωρίς παιδιά έχει για το έτος 2009 ατομική φορολογητέα περιουσία 1.253.463 ευρώ. Η σύζυγός του για το ίδιο έτος έχει φορολογητέα περιουσία 305.910 ευρώ.
Η σύζυγος για το έτος 2009 δεν θα καταβάλει έκτακτη εισφορά, δεδομένου ότι η φορολογητέα αξία των ακινήτων της είναι 305.910,00 ευρώ.
Ο σύζυγος θα καταβάλει έκτακτη εισφορά για το έτος 2009 2.213,85 ευρώ. Αυτή θα υπολογισθεί ως εξής:

  • Μέχρι 400.000,00 ευρώ έκτακτη εισφορά 0.

  • Από 400.001,00 ευρώ έως 600.000,00 ευρώ = 200,00 ευρώ (1 τοις χιλίοις).

  • Από 600.001,00 ευρώ έως 800.000,00 ευρώ = 400,00 ευρώ(2 τοις χιλίοις)

  • Από 800.001,00 ευρώ έως 1.000.000,00 ευρώ = 600,00 ευρώ (3 τοις χιλίοις)

  • Από 1.000.001,00 ευρώ έως 1.253.463,00 ευρώ = 1.013,85 ευρώ (40/00 τοις χιλίοις)

2. Συντελεστές φορολόγησης νομικών προσώπων στο Ε.Τ.ΑΚ.

Με την παράγραφο 3 του άρθρου 3 του ν. 3808/2009 φορολογείται με συντελεστή 3 τοις χιλίοις η αξία των ακινήτων των ημεδαπών και των αλλοδαπών, με τον όρο της αμοιβαιότητας, νομικών προσώπων ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα που επιδιώκουν αποδεδειγμένα σκοπούς κοινωφελείς, θρησκευτικούς, φιλανθρωπικούς και εκπαιδευτικούς καθώς και τα υποκείμενα σε τέλος ακίνητα των νομικών προσώπων των περιπτώσεων ι΄, ια΄ και ιβ΄ του άρθρου 8 του ν. 3634/2008.
Συγκεκριμένα, επιβάλλεται συντελεστής 3 τοις χιλίοις στα μέχρι τώρα υποκείμενα στο 1 τοις χιλίοις � σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 του ίδιου νόμου � ακίνητα των μη κερδοσκοπικών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου που επιδιώκουν αποδεδειγμένα σκοπούς κοινωφελείς, θρησκευτικούς, φιλανθρωπικούς και εκπαιδευτικούς, των κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 13 του Συντάγματος γνωστών θρησκειών και δογμάτων, του Ιερού Κοινού του Πανάγιου Τάφου, της Ιεράς Μονής του όρους Σινά, του Αγίου Όρους, του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Αλβανίας, των Μουσείων, του Ευρωπαϊκού Πολιτιστικού Κέντρου Δελφών, των Κοινωφελών Ιδρυμάτων, των Ιδρυμάτων για τα οποία έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 12 του ν. 1610/1986, των Ξένων Αρχαιολογικών και Γεωργικών Σχολών, των μη κερδοσκοπικών σωματείων που επιδιώκουν αποδεδειγμένα εκπαιδευτικούς σκοπούς και τα σχολεία τους έχουν αναγνωρισθεί ως ισότιμα προς τα δημόσια για τα ιδιοχρησιμοποιούμενα ακίνητά τους καθώς και των νομικών προσώπων που υπάγονται στις διατάξεις του ν. 3647/2008 (ΦΕΚ 37Α΄), εφόσον τα ακίνητα αυτά δεν ιδιοχρησιμοποιούνται.
Για τα υπόλοιπα νομικά πρόσωπα δεν επέρχεται καμία μεταβολή ως προς τους συντελεστές φορολόγησης του Ενιαίου Τέλους Ακινήτων.
Τονίζεται ότι η διάταξη αυτή επιφέρει αλλαγή μόνο στο φορολογικό συντελεστή των ανωτέρω νομικών προσώπων και όχι στα απαλλασσόμενα ακίνητά τους που προβλέπονται στο άρθρο 8 του ν. 3634/2008 και αναλυτικά έχουν διευκρινισθεί με τις εγκυκλίους ΠΟΛ 1075/10-4-2008 και ΠΟΛ 1086/28-5-2008.
Ο φορολογικός συντελεστής 3 τοις χιλίοις ισχύει, σύμφωνα με την παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, από την 1η Ιανουαρίου του 2009 και γι' αυτό, σύμφωνα με την παράγραφο 6 του ίδιου άρθρου, τα νομικά πρόσωπα για τα οποία επιβάλλεται αύξηση του φορολογικού συντελεστή υποχρεούνται να υποβάλουν συμπληρωματική δήλωση Ε.Τ.ΑΚ. έτους 2009, μέχρι την 26η Φεβρουαρίου του 2010.
Ο φόρος που προκύπτει θα καταβληθεί σε τρεις ίσες διμηνιαίες δόσεις από τις οποίες η πρώτη καταβάλλεται με την υποβολή της δήλωσης και οι υπόλοιπες την τελευταία εργάσιμη ημέρα, για τις δημόσιες υπηρεσίες, των διμήνων που ακολουθούν. Το ποσό κάθε δόσης δεν μπορεί να είναι μικρότερο των 1.000,00 ευρώ, με εξαίρεση την τελευταία δόση. Δήλωση που υποβάλλεται χωρίς την ταυτόχρονη καταβολή της πρώτης δόσης, θεωρείται απαράδεκτη και δεν παράγει έννομα αποτελέσματα.
Ως προς τον τρόπο συμπλήρωσης των δηλώσεων Ε.Τ.ΑΚ. νομικών προσώπων, ισχύουν οι εγκύκλιοι ΠΟΛ 1079/2008 και ΠΟΛ 1086/2008.

3. Πιστοποιητικό Ε.Τ.ΑΚ. του άρθρου 18 του ν. 3634/2008

Με την παράγραφο 4 του άρθρου 3 του ν. 3808/2008 ορίζεται ότι το πιστοποιητικό του άρθρου 18 του ν. 3634/2008 (πιστοποιητικό Ε.Τ.ΑΚ.) απαιτείται για συμβολαιογραφικά έγγραφα τα οποία θα συνταχθούν από την 1η Ιανουαρίου 2011. Συνεπώς, μέχρι την ημερομηνία αυτή, οι συμβολαιογράφοι θα συντάσσουν συμβόλαια χωρίς το πιστοποιητικό αυτό και οι υποθηκοφύλακες και οι προϊστάμενοι των Κτηματολογικών Γραφείων θα μεταγράφουν και θα καταχωρούν αντίστοιχα.

 

¶ρθρο 4
Ρυθμίσεις θεμάτων Υπουργείου Οικονομικών

1. Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του ν. 3808/2009 ορίζεται ότι η ισχύς των διατάξεων του άρθρου 35 του ν. 3775/2009 (ΦΕΚ 122Α΄), με τις οποίες τροποποιήθηκε η νομοθεσία για τη φορολογία των κερδών από λαχεία, λαχειοφόρες αγορές και λοιπά παιχνίδια και διαγωνισμούς, αναστέλλεται από την έναρξή της και μέχρι 30 Απριλίου 2010. Φόρος που τυχόν καταβλήθηκε κατ� εφαρμογή των διατάξεων αυτών, δεν επιστρέφεται.
Συνεπώς η καταβολή των κερδών από λαχεία, διαγωνισμούς κ.λπ. μετά τη δημοσίευση του νόμου αυτού υπόκειται, για την επιβολή του αναλογούντα φόρου, στις προϊσχύσασες διατάξεις του Κώδικα Φορολογίας κληρονομιών, δωρεών, γονικών παροχών και κερδών από λαχεία, ο οποίος κυρώθηκε με το ν.2961/2001 (σχετικά άρθρα 58 έως και 60 και 91 έως και 98) και της παραγράφου 14 του άρθρου 13 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, ο οποίος κυρώθηκε με το ν. 2238/1994, όπως ίσχυε.
2. Με την περ. α� της παρ. 2 του άρθρου αυτού καταργείται από τότε που ίσχυσε η επιβολή της έκτακτης εισφοράς στα επαγγελματικά πλοία αναψυχής, η οποία προβλεπόταν με τις διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 3790/2009 (ΦΕΚ Α�143). Είναι αυτονόητο ότι για τα ιδιωτικά πλοία αναψυχής εξακολουθεί να επιβάλλεται έκτακτη εισφορά.
3. Περαιτέρω, με την περ. β� της παρ. 2 του ίδιου άρθρου παρατείνεται η προθεσμία καταβολής της έκτακτης εισφοράς για τα ιδιωτικά πλοία αναψυχής, η οποία αρχικά έληγε 15 Νοεμβρίου 2009, μέχρι 30 Απριλίου 2010.
Σε περίπτωση που έχουν καταβληθεί επιπλέον ποσά πρόσθετης εισφοράς λόγω εκπρόθεσμης υποβολής δήλωσης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 3790/2009, πριν τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, επιστρέφονται άτοκα. Τα ίδια ισχύουν και για τα ποσά εισφοράς που ενδεχόμενα έχουν καταβληθεί για επαγγελματικά πλοία αναψυχής.
4. Με την περ. γ� της παρ. 2 του ίδιου πιο πάνω άρθρου καταργείται η παράγραφος 11 του άρθρου 3 του ν. 3790/2009, με την οποίαπροβλεπότανοι ειδικότερες προϋποθέσεις και λεπτομέρειες υπαγωγής στις διατάξεις του εν λόγω άρθρου, καθώς και η διαδικασία επιστροφής του 100% της εισφοράς για τα επαγγελματικά πλοία αναψυχής, και η υφιστάμενη παράγραφος 12 αναριθμείται σε παράγραφο 11.
5. Με την περ. δ� της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, προστίθεται νέα παράγραφος 12 στο άρθρο 3 του ν. 3790/2009.
Με την παρ. 12 του άρθρου 3 του ν. 3790/2009 προβλέπεται ότι τα τηρούμενα στο Υ.Ε.Ν Μητρώο και Αρχείο ατομικών φακέλων των επαγγελματικών πλοίων αναψυχής ελέγχονται υποχρεωτικά μέχρι 30 Ιουνίου 2010 προκειμένου να διαπιστωθεί αν κατά την έναρξη ισχύος της παραγράφου αυτής, συντρέχουν οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις διατήρησης της εγγραφής τους σε αυτά. Σε περίπτωση που από τον έλεγχο προκύψει ότι το πλοίο δεν είναι επαγγελματικό, ανακαλείται η άδεια του επαγγελματικού πλοίου αναψυχής, το πλοίο διαγράφεται από το Μητρώο και επιβάλλεται η έκτακτη εισφορά που ορίζεται στις προηγούμενες διατάξεις του άρθρου αυτού.
6. Με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 4 του ν. 3808/2009 καταργούνται οι διατάξεις του άρθρου 5 του ν. 3775/2009,με τις οποίες ορίζετο ότι δεν είναι ισχυρή η περαίωση των υποθέσεων που περαιώθηκαν με βάση τις διατάξεις των άρθρων 1-11 του ν.3259/2004, 28 του ν. 3697/2008, 89 του ν. 3746/2009 και 10 του ν. 3763/2009 εφόσον δεν καταβάλλονται εμπροθέσμως τουλάχιστον δύο συνεχόμενες ή μη δόσεις των βεβαιωθέντων ποσών, και ρυθμίζονται λοιπά συναφή θέματα σε σχέση με τις υποθέσεις αυτές.
Με βάση τα παραπάνω και όπως ρητά ορίζεται με τις νέες ως άνω διατάξεις του ν.3808/2009, η κατά τα ανωτέρω περαίωση παραμένει ισχυρή από τότε που συντελέστηκε. Περαιτέρω, με τις ίδιες διατάξεις του ν. 3808/2009 παρέχεται η ευχέρεια σε όσους δεν κατέβαλαν, λόγω των ανωτέρω καταργούμενων διατάξεων, δόσεις εκ της περαίωσης που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες από 21-7-2009μέχρι τη δημοσίευση του ν.3808/2009, δηλαδή μέχρι 10-12-2009, να τις καταβάλλουν μέχρι31-1-2010 χωρίς προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής και άλλες γενικά κυρώσεις. Σημειώνεται ότι η ως άνω απαλλαγή από τις προσαυξήσεις και άλλες κυρώσεις καταλαμβάνει εκείνες και μόνο απο τις προαναφερόμενες ληξιπρόθεσμεςδόσεις που θα καταβληθούν μέχρι τις 31-1-2010, ενώ για όσες απότις εν λόγωδόσεις ενδεχομένως καταβληθούν μετά τις 31-1-2010 θα ισχύουν πλέον οι γενικές διατάξεις (δηλ. προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ανά δόση από τότε που αυτή έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη κ.λ.π.). Επίσης, οι γενικές διατάξεις με βάση τα στοιχεία βεβαίωσης έχουν βεβαίως εφαρμογή και για τις δόσεις εκ της περαίωσης που τυχόν είχαν ήδη καταστείληξιπρόθεσμες πριν τις 21-7-2009 ή θα καταστούν ληξιπρόθεσμες μετά τις 10-12-2009.
Διευκρινίζεται ότι ενόψει των ως άνω διατάξεων του ν. 3808/2009 και της κατάργησης με αυτέςτων διατάξεων του άρθρου 5 του ν.3775/2009, δύνανται πλέον να υπαχθούν σε διευκόλυνση τμηματικής καταβολής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 13-21 ν.2648/98 (ΦΕΚ 238 Α), όπως ισχύουν, οι ληξιπρόθεσμες εν γένει οφειλές που προέκυψαν στο πλαίσιο της ως άνωήδη διενεργηθείσας περαίωσης.Περαιτέρω, σημειώνεται ότι οι οφειλέτες μπορούν να υπαγάγουν τις μέχρι 21-7-2009 ληξιπρόθεσμες δόσεις εκ της περαίωσης σε διευκόλυνση τμηματικής καταβολής, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, και να εξοφλούν τις από 21-7-2009 μέχρι 10-12-2009 ληξιπρόθεσμες δόσεις με βάση τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 4 του ν.3808/2009.
Επισημαίνεται ότι οι εγκύκλιοι ΠΟΛ.1115/2009 και ΠΟΛ.1128/2009 σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 5 του ν.3775/2009 παύουν να ισχύουν και ως εκ τούτου τα ποσά εκ της περαίωσης των παραπάνω υποθέσεων που σύμφωνα με την εγκύκλιο ΠΟΛ.1128/2009 είχαν τεθεί σε αναστολή, είναι πλέον απαιτητά σύμφωνα μετα στοιχεία βεβαίωσής τους, με την επιφύλαξη των προαναφερόμενων. Διευκρινίζεται επίσης ότι, επί αιτήματος χορήγησης αποδεικτικού φορολογικής ενημερότητας κ.λ.π., πέραν των λοιπών προϋποθέσεων που πρέπει να συντρέχουν για τη χορήγησή του,πρέπει να καταβληθούνκαι οι δόσεις εκ της περαίωσης ή να υπαχθούν σε διευκόλυνση τμηματικής καταβολής, στην οποία συμμορφώνεται ο φορολογούμενος, δεδομένου ότι, από τιςδιατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 4 ν.3808/2009 παρέχεται η δυνατότητα καταβολής των δόσεων που έληξαν από 21-7-2009 μέχρι 10-12-2009 με απαλλαγή από τις προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής και τις λοιπές κυρώσεις, εφόσον η εξόφλησή τους γίνει μέχρι τις 31-1-2010 και όχι παράταση του ληξιπροθέσμου αυτών.
7. Με το άρθρο 42 του ν. 3756/2009 μετατέθηκε από 1η Απριλίου 2009 σε 1η Ιανουαρίου 2010 ο χρόνος έναρξης ισχύος των παρ. 1 και 2 του άρθρου 16 του ν. 3697/2008, σχετικά με την επιβολή αυτοτελούς φορολόγησης με συντελεστή 10% στην υπεραξία που προκύπτει από την πώληση μετοχών εισηγμένων στο Χ.Α. σε τιμή ανώτερη της τιμής απόκτησής τους .
Ωστόσο, με την παρ. 4 του άρθρου 4 του ν. 3808/2009 δόθηκε νέα παράταση. Συγκεκριμένα, ο φόρος αυτός θα επιβάλλεται στην υπεραξία που προκύπτει από την πώληση μετοχών εισηγμένων στο Χ.Α. ή σε αλλοδαπό χρηματιστήριο, όταν η αγορά τους λαμβάνει χώρα από 1η Ιουλίου 2010 και μετά. Μέχρι τότε εξακολουθεί να επιβάλλεται φόρος 1,5 τοις χιλίοις επί της αξίας των πωλούμενων μετοχών και η υπεραξία που προκύπτει από την πώληση να απαλλάσσεται της φορολογίας.

8. Παράταση του χρόνου παραγραφής των βεβαιωμένων χρεών
Με τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 4 του νόμου 3808/10-12-2009παρατείνεται μέχρι 31-12-2011 ο χρόνος παραγραφής των βεβαιωμένων στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες και τα Τελωνεία του Κράτους χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους που παραγράφονται εντός των ετών 2009 και 2010.
Σημειώνεται ότι, η παράταση δεν ισχύει για τα χρέη, που ο χρόνος παραγραφής τους συμπληρώνεται εντός του έτους 2011.

9. Θέματα προπτωχευτικής διαδικασίας

α. Όργανο συνδιαλλαγής

Με τη διάταξη του πρώτου υποεδαφίου του εδαφίου (α) της παραγράφου 6 του άρθρου 4 του νόμου 3808/10-12-2009 καθορίζεται το αρμόδιο όργανο και η διαδικασία για την εξέταση αιτημάτων συνδιαλλαγής με το Δημόσιο, που υποβάλλονται κατά τις διατάξεις των άρθρων 99 επόμενα του νόμου 3588/2007 (ΦΕΚ 153 Α΄ - Πτωχευτικός Κώδικας). Αρμόδιο όργανο ορίζεται ο Υπουργός Οικονομικών, ο οποίος αποφασίζει μετά από γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που εκδίδεται ύστερα από εισήγηση της Διεύθυνσης Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών.

β. Ρύθμιση χρεών οφειλετών που πέτυχαν συνδιαλλαγή με τρίτους (πλην του Δημοσίου)

Με τη διάταξη του δεύτερου υποεδαφίου του ίδιου ως άνω εδαφίου, παρέχεται η δυνατότητα σε οφειλέτες που πέτυχαν, χωρίς τη συμμετοχή του Δημοσίου, τη σύναψη συμφωνίας συνδιαλλαγής με πιστωτές τους, η οποία επικυρώθηκε από το αρμόδιο Δικαστήριο, να ρυθμίσουν τις οφειλές τους σε μεγαλύτερο εύρος δόσεων, προκειμένου να μην οδηγηθούν σε πτώχευση. Αρμόδιο όργανο για την εξέταση των αιτημάτων ρύθμισης οφειλών προς το Δημόσιο που υποβάλλονται από τους εν λόγω οφειλέτες ορίζεται η επιτροπή του άρθρου 9 του νόμου 2386/1996 (ΦΕΚ 43 Α΄), η οποία γνωμοδοτεί κατ� ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 62Α του νομοθετικού διατάγματος 356/1974 (ΦΕΚ 90 Α΄ - Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων), ανεξαρτήτως ύψους οφειλής. Αποφασίζον όργανο είναι και στην περίπτωση αυτή ο Υπουργός Οικονομικών.

10. Θέματα πτωχευτικής διαδικασίας

α. Προνομιακή κατάταξη Δημοσίου

Με τη διάταξη του εδαφίου (β) της παραγράφου 6 του άρθρου 4 του νόμου 3808/10-12-2009 ορίζεται ότι η παράγραφος 5 του άρθρου 61 του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων, που αναφέρεται στην προνομιακή κατάταξη των απαιτήσεων του Δημοσίου, σε περίπτωση πτώχευσης του οφειλέτη, εφαρμόζεται και για τις πτωχευτικές διανομές που γίνονται κατά τις διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα. Κατά συνέπεια, το Δημόσιο εξακολουθεί και στις πτωχεύσεις οφειλετών του που διέπονται από το νέο καθεστώς (Ν. 3588/2007), να έχει γενικό προνόμιο και συγκεκριμένα να κατατάσσεται στην προνομιακή σειρά της παραγράφου 1 του άρθρου 61 του Κ.Ε.Δ.Ε. για όλες τις απαιτήσεις του που γεννήθηκαν ή ανάγονται σε χρόνο πριν από την πτώχευση, ανεξαρτήτως του χρόνου βεβαίωσής τους. Με τον τρόπο αυτό, επιτυγχάνεται η εξομοίωση των προνομιών όλων των πτωχευτικών απαιτήσεων του Δημοσίου ανεξάρτητα από το νομοθετικό καθεστώς που διέπει την πτωχευτική διαδικασία.

β. Κοινοποίηση πτωχευτικών αποφάσεων

Με τη διάταξη του εδαφίου (γ) της παραγράφου 6 του άρθρου 4 του νόμου 3808/10-12-2009 ορίζεται ότι οι διατάξεις των τεσσάρων τελευταίων εδαφίων της παραγράφου 1 του άρθρου 62 του Κ.Ε.Δ.Ε. εφαρμόζονται αναλόγως και στις πτωχεύσεις που κηρύχθηκαν ή κηρύσσονται κατά τις διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα (Ν. 3588/2007). Κατά συνέπεια, εξακολουθεί να υφίσταται �και στις νέες πτωχεύσεις- υποχρέωση του γραμματέα του Πτωχευτικού Δικαστηρίου να αποστέλλει αντίγραφο της πτωχευτικής απόφασης στη Διεύθυνση Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών, γνωστοποιώντας σ� αυτήν και τους αριθμούς φορολογικού μητρώου που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 62 του Κ.Ε.Δ.Ε.

γ. Αναγγελία πτωχευτικών απαιτήσεων

Σύμφωνα με την ίδια ως άνω διάταξη, η αναγγελία των απαιτήσεων του Δημοσίου γίνεται από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ., μόλις λάβει γνώση της πτώχευσης, το αργότερο δε μέχρι τη σύνταξη πίνακα διανομής, δια δημοσίου εγγράφου, που επιδίδεται στο γραμματέα του αρμόδιου Δικαστηρίου (σύμφωνα με το άρθρο 91 του Ν. 3588/2007) και συνοδεύεται από πίνακα των βεβαιωμένων σε βάρος του πτωχού οφειλέτη απαιτήσεων του Δημοσίου. Οι αναγγελθείσες απαιτήσεις του Δημοσίου δεν υπόκεινται σε επαλήθευση. Σε περίπτωση που οι εν λόγω απαιτήσεις ή το προνόμιο αυτών αμφισβητούνται από το σύνδικο, ο τελευταίος οφείλει να ασκήσει ανακοπή, η οποία εκδικάζεται πλέον σύμφωνα με τα άρθρα 218 και επόμενα του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.

11. Περαίωση Φόρου Μεγάλης Ακίνητης Περιουσίας

Με τις διατάξεις της παραγράφου 7 του άρθρου 4 του ν. 3808/2008 παρατείνεται η προθεσμία υπαγωγής στην περαίωση των εκκρεμών υποθέσεων φόρου μεγάλης ακίνητης περιουσίας των ετών 1997 έως και 2007, μέχρι την 30ή Απριλίου 2010.
Επίσης, η προθεσμία υποβολής αίτησης από τους υποχρέους για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση αυτή παρατείνεται μέχρι την 31η Μαρτίου 2010.
Στις περιπτώσεις που περισσότερες από μία Δ.Ο.Υ. είναι αρμόδιες για τα ανέλεγκτα έτη, τότε το Εκκαθαριστικό Σημείωμα περαίωσης Φόρου Μεγάλης Ακίνητης Περιουσίας εκδίδεται από τον προϊστάμενο Δ.Ο.Υ. που είναι αρμόδιος για το τελευταίο ανέλεγκτο έτος (2007), μετά την αποστολή σε αυτόν μέχρι την 15η Απριλίου 2010 των Εκκαθαριστικών Σημειωμάτων περαίωσης από τις Δ.Ο.Υ. που είναι αρμόδιες για τα προηγούμενα έτη.
Για την περαίωση εξακολουθούν να ισχύουν οι αποφάσεις και οι εγκύκλιοι που έχουν ήδη κοινοποιηθεί (ΠΟΛ 1077/2009, ΠΟΛ 1078/11-6-2009 και 1079962/496/0013/12-6-2009).
Τέλος, με αφορμή ερωτήματα υπηρεσιών και πολιτών υπενθυμίζουμε ότι αμελείται η βεβαίωση Φ.Μ.Α.Π. κατ� έτος σύμφωνα με τον πιο κάτω πίνακα:

ΕΤΗ

ΠΟΣΟ

ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

1997

2000 δρχ.

(περίπου 5,89 ευρώ)

παρ. 3 άρθρου 74 Κ.Φ.Ε.

(μέχρι 17-2-1997)

1998, 1999, 2000

5000 δρχ.

(περίπου 14,67 ευρώ)

παρ. 8 άρθρου 17 ν. 2459/1997

2001 έως και 2007

9000 δρχ.

(27 ευρώ)

παρ. 17 άρθρου 3 ν. 2873/2000

(ισχύει από 1-1-2001)

12. Δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος συζύγων που ανήκουν σε διαφορετική Δ.Ο.Υ.

Με τις διατάξεις του άρθρου 34 του ν.3634/2008 δόθηκε η δυνατότητα στους συζύγους που υπάγονται σε διαφορετική Δ.Ο.Υ., να επιλέγουν και να υποβάλλουν την (κοινή) δήλωση φορολογίας εισοδήματος σε οποιαδήποτε από τις δύο αυτές Δ.Ο.Υ. επιθυμούν, από το οικονομικό έτος 2009 και μετά.
Ακολούθως, με τις διατάξεις του άρθρου 88 του ν.3746/2009 ορίσθηκε ότι η πιο πάνω ρύθμιση θα καταλαμβάνει τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος οικον. έτους 2010 και μετά.
Ήδη, με τις διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 4 του κοινοποιούμενου νόμου προβλέπεται, ότι η πιο πάνω επιλογή της Δ.Ο.Υ. για την υποβολή της κοινής δήλωσης θα αρχίσει να γίνεται από το οικονομικό έτος 2011, λόγω των τεχνικών προβλημάτων που δημιουργεί η εφαρμογή των οικείων διατάξεων. Επομένως, για τους συζύγους που εμπίπτουν στην πιο πάνω περίπτωση, οι δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος οικ. έτους 2010 θα υποβληθούν όπως και κατά το οικον. έτος 2009, δηλαδή στη Δ.Ο.Υ. στην οποία ανήκει ο σύζυγος.

Σχετικά άρθρα
Σύνδεση Χρήστη

Για πλήρη πρόσβαση συνδεθείτε με τους παρακάτω κωδικούς. Όνομα Χρήστη : demo PSW : demo16