22 | 05 | 2019

Αθήνα 3/01/2011

Αρ. πρωτ.:

ΠΟΛ. 1002

ΘΕΜΑ: Παροχή διευκρινίσεων για την εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων 1 έως 5 του άρθρου 16 του Ν. 3888/2010 και διαβίβαση αναφορών για φορολογικά αδικήματα κατά το άρθρο 29 του Ν. 3691/2008.

 

Σε συνέχεια του αριθ. 1130941/ΓΔ/6.10.2010 εγγράφου, με το οποίο κοινοποιήθηκαν οι διατάξεις του Ν. 3888/2010 (ΦΕΚ 175 Α΄) «Εκούσια κατάργηση φορολογικών διαφορών, ρύθμιση ληξιπρόθεσμων χρεών, διατάξεις για την αποτελεσματική τιμωρία της φοροδιαφυγής και άλλες διατάξεις», παρέχουμε τις ακόλουθες διευκρινίσεις για την εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων 1 έως 5 του άρθρου 16 του νόμου αυτού, με τις οποίες τροποποιούνται ορισμένες διατάξεις του Ν. 2523/1997 περί ποινικών κυρώσεων για φορολογικά αδικήματα με σκοπό την αποτελεσματικότερη τιμωρία της φοροδιαφυγής:

1. Με την παράγραφο 1 του ανωτέρω άρθρου αντικαθίσταται η παράγραφος 1 του άρθρου 18 του Ν. 2523/1997 , η οποία αναφέρεται στο αδίκημα της μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης στο Δημόσιο του φόρου προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.), του φόρου κύκλου εργασιών και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών, καθώς και στις προβλεπόμενες σχετικές ποινές. Με τις νέες διατάξεις οι προβλεπόμενες ποινές γίνονται αυστηρότερες και συγκεκριμένα ενώ με τις προϊσχύσασες διατάξεις προεβλέπετο ποινή (φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ή κάθειρξη μέχρι δέκα έτη, ανάλογα με το ύψος των ποσών) για τις περιπτώσεις μη απόδοσης κλπ. που τα σχετικά ποσά των κύριων φόρων, τελών ή εισφορών υπερέβαιναν τα 3.000 ευρώ σε ετήσια βάση, με τις νέες διατάξεις προβλέπεται πλέον ποινή (φυλάκιση) και για οποιουδήποτε ύψους ποσά μέχρι 3.000 ευρώ. Συγχρόνως, επαναδιατυπώνεται και αποσαφηνίζεται, προς άρση αμφιβολιών, η έννοια του παραπάνω αδικήματος και ειδικότερα ορίζεται ότι το αδίκημα αυτό διαπράττει ο φορολογούμενος ο οποίος προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή τους δεν απέδωσε ή απέδωσε ανακριβώς τους ως άνω φόρους, τέλη ή εισφορές ή συμψήφισε ή εξαπατώντας τη φορολογική αρχή με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή την αθέμιτη παρασιώπηση ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων, έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α.
2. Με την παράγραφο 2 αντικαθίσταται η παράγραφος 5 του άρθρου 19 του Ν. 2523/1997, όπως αυτή προστέθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 76 του Ν. 3842/2010. Σύμφωνα με τις νέες διατάξεις, αυξάνεται η ποινή φυλάκισης από τουλάχιστον δύο (2) μήνες σε τουλάχιστον τέσσερις (4) μήνες για τον υπόχρεο που δεν εκδίδει ή εκδίδει ανακριβώς τα προβλεπόμενα από τον Κ.Β.Σ. στοιχεία κατά την πώληση ή διακίνηση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών ή δεν καταχωρεί στα πρόσθετα βιβλία της παραγράφου 5 του άρθρου 10 του ίδιου Κώδικα τις συναλλαγές για τις οποίες δεν έχουν εκδοθεί τα οικεία στοιχεία εσόδων, εφόσον εμπίπτει στις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 13 του Ν. 2523/1997 περί αναστολής λειτουργίας επαγγελματικών εγκαταστάσεων. Περαιτέρω, αυξάνεται επίσης η ποινή φυλάκισης από τουλάχιστον τρεις (3) μήνες σε τουλάχιστον έξι (6) μήνες για τον υπόχρεο που επαναλαμβάνει τις προαναφερόμενες παραβάσεις σε διάστημα τριών (3) ετών από την έκδοση της απόφασης του Υπουργού Οικονομικών για αναστολή λειτουργίας των επαγγελματικών του εγκαταστάσεων (σχετ. και η εγκ. ΠΟΛ. 1092/14.6.2010).
3. Με την παράγραφο 3 αντικαθίσταται το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 21 του Ν. 2523/1997, βάσει δε των νέων διατάξεων επεκτείνεται η άμεση υποβολή μηνυτήριας αναφοράς αμέσως με την ολοκλήρωση του ελέγχου των φορολογικών αρχών και σε άλλες περιπτώσεις φοροδιαφυγής πέραν των ήδη προβλεπόμενων. Ειδικότερα, η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται αμέσως με την ολοκλήρωση του φορολογικού ελέγχου, με βάση τα πορίσματα αυτού, στις ακόλουθες πλέον περιπτώσεις αδικημάτων:

α) επί μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης στο Δημόσιο του φόρου προστιθέμενης αξίας, του φόρου κύκλου εργασιών και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών, εφόσον το ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς που ο υπόχρεος δεν απέδωσε ή απέδωσε ανακριβώς ή συμψήφισε ή εξαπατώντας τη φορολογική αρχή έλαβε ως επιστροφή Φ.Π.Α. υπερβαίνει σε ετήσια βάση τα εβδομήντα πέντε χιλιάδες (75.000) ευρώ,
β) επί περιπτώσεων της κατά τα ανωτέρω παραγράφου 5 του άρθρου 19 του Ν. 2523/1997, δηλαδή επί παραβάσεων υπόχρεων οι οποίοι εμπίπτουν στις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 13 του ίδιου νόμου, όπως αυτές ισχύουν, όταν το πλήθος των μη εκδοθέντων στοιχείων είναι πάνω από δέκα (10) ή υπερβαίνουν σε αξία τα πεντακόσια (500) ευρώ,
γ) επί έκδοσης ή αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων που αφορούν την ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ (η περίπτωση αυτή προϋπήρχε).

Τονίζεται ότι, όπως ορίζεται από τις ανωτέρω διατάξεις, σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις ζητείται από τον αρμόδιο εισαγγελέα η κατά προτεραιότητα εκδίκαση της υπόθεσης με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου.

4. Με την παράγραφο 4 αντικαθίσταται το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 21 του Ν. 2523/1997 και ορίζεται η υποχρέωση του προϊσταμένου της αρμόδιας φορολογικής αρχής σε όλες τις άλλες περιπτώσεις εκτός των αδικημάτων για τα οποία προβλέπεται ειδικό καθεστώς ως προς το χρόνο άσκησης μηνυτήριας αναφοράς (δηλ. εκτός των αδικημάτων άρθ. 19 Ν. 2523/1997 και περ. α΄ προηγούμενης παρ. 3 της παρούσας), εφόσον ο υπόχρεος δεν έχει ασκήσει προσφυγή κατά του οικείου φύλλου ελέγχου ή πράξης και δεν έχει βεβαίως επιτευχθεί συνολικός καθοιονδήποτε τρόπο συμβιβασμός ή περαίωση της διαφοράς, να υποβάλει αμελλητί σχετική μηνυτήρια αναφορά στην αρμόδια εισαγγελική αρχή, με συνημμένα όλα τα απαραίτητα σχετικά έγγραφα (αντίγραφα της οικείας έκθεσης ελέγχου και της οικείας καταλογιστικής πράξης, καθώς και των στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής), για την άσκηση της κατά νόμο ποινικής δίωξης.
5. Με την παράγραφο 5 αντικαθίσταται η παράγραφος 5 του άρθρου 21 του Ν. 2523/1997 και επανακαθορίζεται η αρμοδιότητα των δικαστηρίων για τα αδικήματα της φοροδιαφυγής, πλημμελήματα ή κακουργήματα.
6. Οι κατά τα ανωτέρω νέες ποινικές διατάξεις του άρθρου 16 του Ν. 3888/2010 εφαρμόζονται για αδικήματα που διαπράττονται από την ημερομηνία δημοσίευσης του νόμου αυτού δηλαδή από 30.9.2010 και μετά
7. Κατόπιν των ανωτέρω και σε ό,τι αφορά την εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 3691/2008 «Πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και άλλες διατάξεις» (σχετ. εγκ. ΠΟΛ. 1127/31.8.2010), στα βασικά αδικήματα του άρθρου 3 του νόμου αυτού, όπως το άρθρο αυτό ισχύει, εντάσσεται πλέον από την ημερομηνία δημοσίευσης του Ν. 3888/2010, δηλαδή από 30.9.2010, και η περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 18 του Ν. 2523/1997, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει ύστερα από την αντικατάστασή της με την παράγραφο 1 του άρθρου 16 του Ν. 3888/2010 (μη απόδοση κλπ. ποσών Φ.Π.Α. κλπ. μέχρι 3.000 ευρώ σε ετήσια βάση). Συνεπώς, οι Δ.Ο.Υ. και τα Ελεγκτικά Κέντρα θα πρέπει πλέον να αποστέλλουν τις αναφορές που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 29 του Ν. 3691/2008 και για τις νέες κατά τα ανωτέρω περιπτώσεις ποινικών αδικημάτων, κατ΄ ανάλογη εφαρμογή της εγκυκλίου ΠΟΛ. 1127/2010.
Υπενθυμίζεται ότι δεν διαβιβάζονται αναφορές για περιπτώσεις υποθέσεων αδικημάτων φοροδιαφυγής για τις οποίες επέρχεται συνολικός διοικητικός ή δικαστικός συμβιβασμός ή με άλλο τρόπο ολική διοικητική περαίωση της διαφοράς.
Για τη διευκόλυνση των Υπηρεσιών επισυνάπτεται στην παρούσα «Νέο Υπόδειγμα 2» αναφοράς Ν. 3691/2008, σε αντικατάσταση του προηγούμενου, στο οποίο έχουν ενσωματωθεί και τα οριζόμενα από τις παραπάνω αναφερόμενες νέες διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 16 του Ν. 3888/2010.

Σχετικά άρθρα
Σύνδεση Χρήστη

Για πλήρη πρόσβαση συνδεθείτε με τους παρακάτω κωδικούς. Όνομα Χρήστη : demo PSW : demo16