Εκτύπωση

Αθήνα 22/08/96

Αρ. πρωτ.:

ΠΟΛ. 1240

ΘΕΜΑ: Εισόδημα από τόκους κατά τη μεταβίβαση ομολόγων. Φορολογική μεταχείριση εσόδων από την αγοραπωλησία ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου χωρίς τα προσαρτημένα τοκομερίδια την οποία πραγματοποιεί αμοιβαίο κεφάλαιο.

Με αφορμή ερωτήματα που υποβλήθηκαν σχετικά με το θέμα αυτό, σας γνωρίζουμε τα ακόλουθα:

1. Με τις διατάξεις του άρθρου 48 παρ. 2 εδάφιο τρίτο, τέταρτο και πέμπτο του Ν. 1969/1991, όπως αυτές προστέθηκαν με το άρθρο ένατο παρ. 6 του Ν. 2275/1994, ορίζεται ότι για τα έσοδα που προέρχονται από τόκους ομολογιών και εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου, η Α.Ε. Διαχειρίσεως λογίζει καθημερινά φόρο εισοδήματος με συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%). Η απόδοση στο Δημόσιο του φόρου, που προκύπτει από την εφαρμογή του πιο πάνω εδαφίου, γίνεται μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο των μηνών Ιουλίου και Ιανουαρίου για τους τόκους του προηγούμενου εξαμήνου, εφαρμοζομένων των διατάξεων των άρθρων 86 . Με την καταβολή του φόρου αυτού εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση του αμοιβαίου κεφαλαίου και των μεριδιούχων αυτού για τα πιο πάνω εισοδήματα.
2. Το ομόλογο του Ελληνικού Δημοσίου, ως περιέχον υπόσχεση του εκδότου αυτού περί καταβολής στον κομιστή τους της σχετικής παροχής (κεφάλαιο πλέον τόκοι), αποτελεί ανώνυμο χρεώγραφο, σύμφωνα με το άρθρο 888 του Α.Κ. Επίσης, και τα τοκομερίδια, τα οποία είναι προσαρτημένα στα ομόλογα, ως περιέχοντα υπόσχεση παροχής τόκων από ανώνυμο χρεώγραφο, εάν αποχωρισθούν από αυτά, αποτελούν αυτοτελή ανώνυμο τίτλο στον κομιστή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 897-899 του Α.Κ., καθόσον και αυτά περικλείουν υπόσχεση του Ελληνικού Δημοσίου περί καταβολής στον κομιστή τους του αναγραφόμενου επί αυτών ποσού τόκων. Κατά συνέπεια, ο δικαιούχος ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου δύναται να μεταβιβάσει με αντάλλαγμα: α) το ομόλογο μαζί με τα προσαρτημένα σ΄ αυτό τοκομερίδια, β) το ομόλογο χωρίς τα προσαρτημένα σ΄ αυτό τοκομερίδια και γ) τα αποχωρισθέντα, από το ομόλογο τοκομερίδια.
Για τις περιπτώσεις αυτές, μεταβίβασης ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου με ή χωρίς τα προσαρτημένα τοκομερίδια, τίθεται θέμα αφενός του χαρακτηρισμού του οικονομικού αποτελέσματος που προκύπτει από αυτές τις μεταβιβάσεις και αφετέρου της φορολογικής μεταχείρισής του, όταν οι μεταβιβάσεις αυτές πραγματοποιούνται από αμοιβαία κεφάλαια.
3. Στην πρώτη περίπτωση μεταβίβασης, αντικείμενο της συναλλαγής είναι το ομόλογο μαζί με τα προσαρτημένα σ΄ αυτό τοκομερίδα, δηλαδή το ενσωματωμένο στον τίτλο δικαίωμα του δικαιούχου περί καταβολής σ΄ αυτόν από το Ελληνικό Δημόσιο και κατά τον ορισθέντο χρόνο του κεφαλαίου του και των τόκων. Είναι δε αναμφισβήτητο ότι το ποσό που εισπράττει ο δικαιούχος από αυτή τη μεταβίβαση πέραν του κεφαλαίου του, συνιστά την ωφέλειά του από τη δέσμευση του κεφαλαίου του, για το χρονικό διάστημα που είχε στην κατοχή του και τον τίτλο. `Αλλωστε, λόγω του γεγονότος ότι το κεφάλαιο του και το πέραν αυτού ποσό τα καταβάλλει τρίτο πρόσωπο πριν από τον ορισθέντα χρόνο και όχι το υπόχρεο Ελληνικό Δημόσιο κατά στον ορισθέντα χρόνο, αποτελεί στην πραγματικότητα έσοδο που προέρχεται από την προεξόφληση του ομολόγου και του προσαρτημένου σ΄ αυτό τοκομεριδίου. Υπό την έννοια αυτή, η ωφέλεια του δικαιούχου, δηλαδή το πέραν του κεφαλαίου του εισπραττόμενο ποσό, αποτελεί γι΄ αυτόν εισόδημα από τόκους, οι οποίοι προέρχονται φυσικά από το ομόλογο και αποκτώνται κατά το χρόνο μεταβίβασης αυτού. Περαιτέρω, το τίμημα πώλησης του τίτλου που καταβάλλει ο αγοραστής συνιστά γι΄ αυτόν το κόστος απόκτησης του, σε περίπτωση δε μεταβίβασής του από τον αγοραστή ισχύουν αναλόγως τα παραπάνω.
Στη δεύτερη περίπτωση μεταβίβασης, αντικείμενο της συναλλαγής είναι το ομόλογο χωρίς τα προσαρτημένα σ΄ αυτό τοκομερίδια, δηλαδή το δικαίωμα του κατόχου του τίτλου να εισπράξει από το Ελληνικό Δημόσιο και κατά τον ορισθέντα χρόνο το κεφάλαιό του. Είναι δε προφανές ότι η μεταβίβαση του ομολόγου γίνεται σε αξία κατώτερη της ονομαστικής του, καθόσον: α) ο πωλητής, ο οποίος διατηρεί στην κατοχή του τα τοκομερίδια του ομολόγου, αποβλέπει στην ωφέλεια που συνίσταται στη διαφορά μεταξύ του ποσού των τόκων και του ποσού που η αξία μεταβίβασης του ομολόγου υπολείπεται της ονομαστικής του αξίας και β) ο αγοραστής, αποβλέπει στην ωφέλεια που συνίσταται στη διαφορά μεταξύ της ονομαστικής αξίας του ομολόγου και της αξίας αγοράς αυτού. Υπό την πιο πάνω λοιπόν έννοια, το ποσό κατά το οποίο η αξία μεταβίβασης υπολείπεται της ονομαστικής αξίας του ομολόγου, αποτελεί για το δικαιούχο μειωτικό στοιχείο των τόκων από τα τοκομερίδια του ομολόγου και όχι ζημιά από τη μεταβίβαση του ομολόγου.
Στην τρίτη περίπτωση μεταβίβασης, αντικείμενο της συναλλαγής είναι τα αποχωρισθέντα από το ομόλογο τοκομερίδια, δηλαδή το ενσωματωμένο σ΄ αυτά δικαίωμα του δικαιούχου να εισπράξει από το Ελληνικό Δημόσιο και κατά τον ορισθέντα χρόνο τους τόκους. Και σ΄ αυτή την περίπτωση μεταβίβασης, όπως και στην πρώτη περίπτωση και για την ίδια αιτία (καταβολή ποσού τόκων όχι από το υπόχρεο Ελληνικό Δημόσιο κατά τον οπορισθέντα χρόνο, αλλά από τρίτο πρόσωπο σε προγενέστερο χρόνο), δύναται να γίνει λόγος περί «προεξόφλησης» των τοκομεριδίων. Κατά συνέπεια, το ποσό που εισπράττει ο δικαιούχος από αυτή τη μεταβίβαση συνιστά γι΄ αυτόν τόκους, οι οποίοι προέρχονται από το ομόλογο και αποκτώνται κατά το χρόνο μεταβίβασης των τοκομεριδίων, καθόσον αποτελούν την ωφέλειά του από τη δέσμευση του κεφαλαίου του για το χρονικό διάστημα που θα έχει στην κατοχή του το ομόλογο χωρίς τα προσαρτημένα σ΄ αυτό τοκομερίδια.
Αν όμως περαιτέρω λάβει χώρα και μεταβίβαση του σώματος του ομολόγου, από το οποίο θα έχουν αποχωρισθεί τα τοκομερίδια, το προκύπτον εισόδημα από τόκους κατά την προεξόφληση των τοκομεριδίων θα μειωθεί κατά το ποσό εκείνο που αποτελεί τη διαφορά μεταξύ της ονομαστικής αξίας του ομολόγου που καταβλήθηκε για την αγορά του και του ποσού που εισπράττεται κατά την πώλησή του, καθόσον το τελικό ποσό που απομένει αποτελεί για το δικαιούχο το καθαρό εισόδημα που απέκτησε για το χρονικό εκείνο διάστημα που είχε τοποθετήσει τα κεφάλαιά του σε ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου.
4. Με βάση όσα προαναφέρθηκαν καθίσταται σαφές ότι κατά τη μεταβίβαση με αντάλλαγμα από αμοιβαίο κεφάλαιο ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου μαζί με τα προσαρτημένα σ΄ αυτό τοκομερίδια ή μόνο των τοκομεριδίων προκύπτει εισόδημα από τόκους το οποίο αποκτάται κατά τη μεταβίβαση αυτών.
Επίσης, στην περίπτωση μεταβίβασης ομολόγων χωρίς τα προσαρτημένα σε αυτά τοκομερίδια, η επί έλλατον διαφορά μεταξύ της ονομαστικής αξίας του ομολόγου και της αξίας μεταβίβασης αυτού, αποτελεί μειωτικό στοιχείο των τόκων από τοκομερίδια που αποκτά ο δικαιούχος για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η τοποθέτηση των κεφαλαίων του.
5. Ύστερα από τα ανωτέρω, κατ΄ εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων του Ν. 1969/1991, η Α.Ε. Διαχειρίσεως του μεταβιβάζοντος αμοιβαίου κεφαλαίου υποχρεούται στις ανωτέρω περιπτώσεις, που προκύπτει εισόδημα από τόκους κατά τη μεταβίβαση ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, να λογίζει φόρο εισοδήματος με συντελεστή 15% και να καταβάλλει αυτόν στο Ελληνικό Δημόσιο μέσα στις προβλεπόμενες από το νόμο προθεσμίες, εξαντλουμένης με αυτή την καταβολή της φορολογικής υποχρέωσης του μεταβιβάζοντος αμοιβαίου κεφαλαίου και των μεριδιούχων για το εισόδημα αυτό.
6. Τέλος, επισημαίνεται ότι τα προαναφερόμενα σχετικά με το χαρακτηρισμό του προκύπτοντος εισοδήματος από τις εξεταζόμενες μεταβιβάσεις καθώς και το χρόνο απόκτησης αυτού του εισοδήματος ισχύουν αναλόγως και για τα υποκείμενα του φόρου εισοδήματος τα οποία αναφέρονται στις διατάξεις του άρθρου 101 του Ν. 2238/1994 (π.χ. ημεδαπές Α.Ε., Ε.Π.Ε., αλλοδαπές επιχειρήσεις κ.τ.λ.).

Γονική Κατηγορία: Εγκύκλιοι - ΠΟΛ
Κατηγορία: Εγκύκλιοι - ΠΟΛ 2001 και παλαιότερα
Εμφανίσεις: 5155